--C Αθήνα

Συνεπιμέλεια: Θεσμική λύση ή πρόβλημα;

© Juliane Liebermann/ Unsplash

Η έννοια της συνεπιμέλειας δεν είναι κάτι καινούργιο και πρωτάκουστο, διότι εδώ και πολλά χρόνια απαντά ως θεσμός, αφού το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο δεν απαγορεύει ρητά την από κοινού άσκηση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων. Σε μια οικογένεια που δεν υφίσταται χωρισμός των γονέων, εκείνοι ασκούν από κοινού την επιμέλεια των τέκνων, την συνεπιμέλεια δηλαδη. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όμως οι σύζυγοι, ακόμη και στο πλαίσιο της συναινετικής διαδικασίας δεν επιλέγουν την συνεπιμέλεια, αλλά αποφασίζουν να δίδεται η επιμέλεια –συνήθως- στην μητέρα και να ρυθμίζεται η επικοινωνία με τον άλλο γονέα. Είναι λοιπόν, παράδοξο να έχει δημιουργηθεί τόση πολλή ένταση γύρω από τον θεσμό της συνεπιμέλειας, αφού τίποτα δεν εμπόδιζε τα μέρη τόσο καιρό να την επιλέγουν σαν την πιο σύγχρονη μορφή ασκήσεως της επιμέλειας.

Αρθρο της Γεωργίας Μαυρομμάτη για το σαββατιάτικο έντυπο Action24Press.

Εκτός αυτού όμως, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που καθιστούν αδύνατη την «αυτοδίκαιη» και αναγκαστική εφαρμογή του θεσμού της συνεπιμέλειας.

Δεν είναι δυνατόν φερ’ ειπείν ένας κακοποιητικός σύζυγος και γονιός αυτοδικαίως και εκ του νόμου να απολαμβάνει του δικαιώματος της άσκησης της συνεπιμέλειας με τον άλλο γονιό, αναγκάζοντας τον ένα να έρχεται διαρκώς σε επαφή μαζί του και να λογοδοτεί μάλιστα σε αυτόν για τα θέματα που αφορούν την φροντίδα του τέκνου τους, την στιγμή που εκείνος έχει μόνο βλαπτική διάθεση, παρά πρόθεση σοβαρής ενασχόλησης μαζί του για την ουσιαστική αντιμετώπιση των αναγκών του. Επιπλέον, πως είναι δυνατόν να ασκηθεί εκ των πραγμάτων η συνεπιμέλεια όταν οι εν διαστάσει διαζευχθέντες σύζυγοι δεν κατοικούν στην ίδια πόλη, στην ίδια χώρα ή εν πάσει περιπτώσει τους χωρίζει πολύ μεγάλη απόσταση; Πως θα είναι δυνατόν το παιδί να αλλάζει σχολείο, δραστηριότητες, φροντιστήρια, κοινωνικές συναναστροφές ανάλογα με την κατοικία των γονέως τους;

Ο Αστικός Κώδικας όπως υπάρχει και ισχύει μέχρι σήμερα δεν επιτρέπει την ανισότητα των φύλων, ενώ η πρόχειρη και βεβιασμένη καθιέρωση ενός νέου θεσμού ως «μαγικής λύσης» δεν θα αμβλύνει τις όποιες ανισότητες, αλλά ίσως δημιουργήσει περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα, αφού θα αναγκάσει ανθρώπους, οι οποίοι είναι συχνά εχθρικά διακείμενοι και αρνούνται να «συνεργαστούν» σε καθημερινό επίπεδο με την ανατροφή των τέκνων τους, εκτονώνοντας με αυτήν την πρόφαση, όλον τον θυμό τους και τα προσωπικά τους απωθημένα.

Είναι αυταπάτη ότι η βεβιασμένη θέσπιση μια ειδικής νομοθετικής ρύθμισης θα μεταβάλει ως δια μαγείας και την συμπεριφορά των γονέων, οι οποίοι θα πρέπει να ασκούν ήρεμα την συνεπιμέλεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση. Είναι μεγάλος ο κίνδυνος με την άκριτη, εκ των πραγμάτων (de facto), θέσπιση της συνεπιμέλειας να ανοίξει ο δρόμος για «ατελείωτες» δίκες προς επίλυση επιμέρους ζητημάτων από το Δικαστήριο που αφορούν την επιμέλεια, για τα οποία οι γονείς στο πλαίσιο της συνεπιμέλειας αδυνατούν να συμφωνήσουν. Η «εξαναγκαστική» επικοινωνία και η συνεργασία των γονέων θα γίνει πεδίο μαχών παρά συνεννόησης και αγαστής συνεργασίας για το συμφέρον των τέκνων τους, εφόσον οι ίδιοι οι γονείς δεν διαπνέονται από πνεύμα ομόνοιας για το καλό των παιδιών τους.

Κατά τα ανωτέρω, πρέπει να σκεπτόμαστε με μεγάλη προσοχή για να μην φτάσουμε να «εργαλοποιούμε» το Οικογενειακό Δίκαιο στον βωμό διάφορων ιδεολογιών, όπως φεμινισμός, έμφυλος ρατσισμός κτλ. με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα το συμφέρον των τέκνων για την προσβολή του εγωκεντρισμού κάθε γονιού. Άλλωστε, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και ειδικά στο Οικογενειακό Δίκαιο δεν χωρούν γενικεύσεις.

Η Γεωργία Β. Μαυρομμάτη είναι Δικηγόρος Πειραιώς