--C Αθήνα

Πόσο θα διαρκέσει η ενεργειακή κρίση και πώς επηρεάζει την ελληνική οικονομία

©Shutterstock

Η αναταραχή απ’ την ενεργειακή τροφοδοσία και τον ουκρανικό πόλεμο οδηγεί την Ευρώπη σε ύφεση και πλέον το αρνητικό σενάριο των αναλυτών τείνει να γίνει το βασικό. Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον είναι ένα: πόσο θα διαρκέσει η ενεργειακή κρίση; Διότι απ’ αυτό θα εξαρτηθεί η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας κι ως εκ τούτου της ελληνικής, καθότι στο οικονομικό επιτελείο ξορκίζουν καθε σενάριο για ύφεση. 

Η απάντηση που δίνουν οι ειδικοί αναλυτές δεν προκαλεί αισιοδοξία, καθώς δεν βλέπουν να λήγει σύντομα η περιπέτεια των αυξανόμενων τιμών και πως η ευρωπαϊκή οικονομία θα δοκιμαστεί. Οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία είναι παρ’ όλ’ αυτά αρκετά ελπιδοφόρες καθώς δεν φαίνεται ύφεση, αλλά σημαντική ανάπτυξη με οδηγό τις επενδύσεις και τον τουρισμό. Αν και αναθεωρημένες οι εκτιμήσεις προς τα κάτω, φέτος η ανάπτυξη προβλέπεται στο 3% και του χρόνου γύρω στο 2,5%. Χαρακτηριστική είναι η πρόβλεψη για ανάπτυξη 3,9% στην Ελλάδα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση στην DBRS Morningstar. Επίσης, οι προβλέψεις του οίκου αξιολόγησης εκτιμούν ρυθμούς 3,2% για το 2023. Αν και αισιόδοξες, οι προβλέψεις είναι χαμηλότερες σε σχέση με εκείνες που είχε ανακοινώσει ο οίκος τον Μάρτιο (κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες για το 2022 και κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες για το 2023), καθώς οι αναλυτές προχωρούν σε υποβαθμίσεις για ολόκληρη την Ευρωζώνη, λόγω των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία και κυρίως της αύξησης του πληθωρισμού. Η Bank of America περιμένει η ελληνική ανάπτυξη να φτάσει φέτος στο 3% και ο πληθωρισμός στο 7,2%. Οι προηγούμενες εκτιμήσεις του επενδυτικού οίκου μιλούσαν για ανάπτυξη 2,6% και πληθωρισμό 6,6% φέτος. Για το 2023, η BofA περιμένει ανάπτυξη 1,8% και πληθωρισμό 2,8%, ενώ οι προβλέψεις για το 2024 μιλούν για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% και πτώση του πληθωρισμού στο 1,4%.

Οι προοπτικές ανάπτυξης επιδεινώνονται και οι νέες πληροφορίες υποδεικνύουν κινδύνους και πληθαίνουν οι φωνές για ήπια τεχνική ύφεση από το τέταρτο τρίμηνο φέτος. Τον περασμένο Μάρτιο, εν μέσω ενεργειακής κρίσης, η ΕΚΤ εκτιμούσε ανάπτυξη 3,7% και πληθωρισμό 5,1%. Πλέον ο πήχης έχει πέσει στο 2,8%, ενώ για τον πληθωρισμό εκτιμάται πως θα ανέλθει στο 6,8%. Πολλοί αναλυτές βλέπουν υψηλές τιμές στην ενέργεια, όμως  η ΕΚΤ υπολογίζει  μέση τιμή 105,8 δολαρίων φέτος και 93,4 δολαρίων το 2023. Για το φυσικό αέριο, εκτιμά ότι θα φτάσει στα 99 και 81 ευρώ αντιστοίχως. 

Ενδεικτικό του κλίματος είναι η έκθεση της αμερικανικής τράπεζας Morgan Stanley, που βλέπει πως οι κίνδυνοι έχουν ενταθεί καθώς πληθαίνουν οι ειδήσεις σχετικά με τη μείωση της ροής του φυσικού αερίου απ’ τη Ρωσία προς την Ευρώπη. Οι δείκτες PMI κι οι δείκτες καταναλωτικού και επιχειρηματικού κλίματος είναι σε χαμηλότερα επίπεδα, λόγω των υψηλών τιμών χονδρικής και λιανικής, της αυξημένης μακροοικονομικής αβεβαιότητας και των προβλημάτων στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Η επενδυτική τράπεζα εξηγεί σε πρόσφατη έκθεσή της ότι μπορεί η ευρωπαϊκή οικονομία να μη βρίσκεται ακόμα σε πτωτική πορεία, όμως έχει πάρει μία τέτοια κατεύθυνση. Οι οικονομολόγοι αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, καθώς αναμένουν ότι η Ευρώπη θα εισέλθει σε ήπια ύφεση από το 4ο τρίμηνο, με την οικονομική δραστηριότητα να αρχίσει να αυξάνεται ξανά το 2ο τρίμηνο του 2023, λόγω της ανάκαμψης της επενδυτικής δραστηριότητας που σχετίζεται με την αυξανόμενη ανάγκη για αύξηση της στρατηγικής αυτονομίας στον τομέα της ενέργειας. Το βασικό σενάριο ενσωματώνει προβλέψεις για την ανάπτυξη στο 2,8% φέτος και στο 0,2% το 2023, ενώ το κακό σενάριο σε 2,3% φέτος και -0,7% το 2023. Στον αντίποδα, το θετικό σενάριο είναι με +3,6% φέτος και +2,8% το 2023. Παράλληλα βλέπει την ΕΚΤ να αυξάνει τα επιτόκια σε κάθε συνεδρίαση μέχρι το τέλος του έτους, με το επιτόκιο καταθέσεων να φτάνει σε 0,75% τον Δεκέμβριο. Απ’ την άλλη υπάρχει ένα παράθυρο να σταματήσει την αύξηση μετά το Σεπτέμβριο, εάν οι προοπτικές επιδεινωθούν από εδώ και πέρα. 

Ακόμα μία δυσοίωνη πρόβλεψη είναι εκείνη της Barclays. Προεξοφλεί ότι η Ευρωζώνη θα βυθιστεί σε ύφεση μέσα στο 2023. Το καλό νέο είναι ότι εκτιμά ότι η ύφεση θα είναι σύντομη, καθώς θα αποκλιμακωθεί ο πληθωρισμός. Οπως επίσης ότι θα επιταχυνθεί η ονομαστική αύξηση των μισθών και η ιδιωτική κατανάλωση θα πυροδοτήσει την ανάκαμψη από το δεύτερο εξάμηνο του 2023. Ετσι, η ανάπτυξη της Ευρωζώνης θα διαμορφωθεί φέτος στο 2,3%, αλλά το 2023 θα επιβραδυνθεί δραματικά στο 0,5%, ενώ η προηγούμενη πρόβλεψη μιλούσε για 1,8%. Εκτιμά ότι η αύξηση των επιτοκίων θα εντείνει την πίεση στις οικονομίες καθώς θα περιορίσει τα περιθώρια στη δημοσιονομική πολιτική για τις χώρες με υψηλό χρέος. Η Citigroup δίνει στο ενδεχόμενο παγκόσμιας ύφεσης πιθανότητα 50% κι επικαλείται τη στροφή των κεντρικών τραπεζών σε περιοριστική νομισματική πολιτική και την ταυτόχρονη επιβράδυνση της ζήτησης για καταναλωτικά αγαθά. Εκτιμά πως η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί φέτος κατά 3% και κατά 2,8% το επόμενο έτος. Εξηγεί πως αν τελικά δεν διολισθήσει σε ύφεση το πιθανότερο θα είναι να συνοδευτεί από αύξηση της ανεργίας. 

Οι οικονομολόγοι του DBRS αναφέρουν επίσης ότι η ισχυρή αύξηση της απασχόλησης και οι αυξήσεις των μισθών συμβάλλουν στον πληθωρισμό, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αμερική. Τονίζει δε ότι με μερικές μεγάλες προηγμένες χώρες να είναι ήδη κοντά σε ουδέτερα επιτόκια πολιτικής, ο κύκλος νομισματικής σύσφιγξης αναμένεται να επιδράσει αρνητικά στη ζήτηση τους επόμενους 6-12 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανό να αμβλυνθούν οι πληθωριστικές πιέσεις, αλλά και να αυξηθεί ο κίνδυνος τεχνικής ύφεσης καθώς αυξάνεται το κόστος δανεισμού. Η DBRS δεν βλέπει λόγους η αναμενόμενη παγκόσμια επιβράδυνση να μετατραπεί σε μία σοβαρή ύφεση, αν και παρακολουθεί τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων.