--C Αθήνα

Η δεκαετία του Αλέξη Τσίπρα και το «καθεστώς»

©Eurokinissi

Τον μήνα που πέρασε, συμπληρώθηκε μια δεκαετία από τις εκλογές της 6ης Μαΐου του 2012, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνοντας το 16,78% των ψήφων πέρασε στη δεύτερη θέση, καθιστάμενος έτσι μέρος του νέου δικομματισμού. Μέσα σε αυτή τη δεκαετία, ο Αλέξης Τσίπρας διατελεί συνεχώς είτε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είτε πρωθυπουργός. Με άλλα λόγια, κατέχει είτε τον έναν είτε τον άλλον από τους δύο πιο κρίσιμους ρόλους για τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος. Πρόκειται για ένα σπάνιο κατόρθωμα, που μόνον ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κώστας Καραμανλής έχουν ξεπεράσει σε διάρκεια μεταπολιτευτικά.

Παναγιώτης Δουδονής – Action24Press

Πρέπει να αναμένει κανείς από έναν τέτοιο κορυφαίο παίκτη διαρκείας στην πολιτική ζωή του τόπου και την ανάλογη θεσμική συμπεριφορά; Σαφώς ναι, ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί ή διαφωνεί με τις πολιτικές του θέσεις. Η ιστορία έχει αποδείξει πως αντίθετα με τις δικτατορίες, οι οποίες αποχαλινώνουν πλήρως τα πολιτικά πάθη των κρατούντων, στις δημοκρατίες η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία λειτουργεί παιδευτικά και για τους ίδιους τους πολιτικούς παίκτες. Έτσι, σιγά σιγά, μέσα από την πορεία του χρόνου, αντιλαμβάνονται πως οι ίδιοι και οι απόψεις τους δεν αποτελούν το απόλυτο καλό ούτε οι αντίπαλοί τους την εκπροσώπηση του κακού επί της γης.

Αυτά ισχύουν γενικά, δυστυχώς όμως ο κ. Τσίπρας αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα. Και για να μην αφεθούμε στη γοητεία της περιπτωσιολογίας, ας σταθούμε στο κεντρικό μοτίβο του αντιπολιτευτικού του λόγου το τελευταίο διάστημα. Εδώ και κάποιους μήνες, ο κ. Τσίπρας δεν παύει να αναφέρεται στην κυβέρνηση με τον όρο «καθεστώς». Μέσα στο πέλαγος των εξωφρενικών εκφράσεων που έχουν χρησιμοποιηθεί στην πολιτική ζωή από την περίοδο της κρίσης και μετά, η αναφορά αυτή πιθανότατα θα είχε ξεφύγει από την προσοχή μας. Όμως ο ίδιος ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επαναλαμβάνει σχεδόν σε κάθε σημαντική ομιλία του τον όρο «καθεστώς», δίνοντας έμφαση σε αυτόν και κάνοντάς τον «σημαία» του αντιπολιτευτικού του λόγου.

Πριν κάποιους μήνες, προσπάθησα με ένα βιβλίο μου για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να δείξω ότι είναι «το πολίτευμα της συνύπαρξης». Με άλλα λόγια, το πολίτευμα εκείνο στο οποίο οι αντίπαλοι αντιπαρατίθενται μεν πολιτικά, είναι υποχρεωμένοι ωστόσο να αναγνωρίσουν το πολιτικό και ηθικό status του αντιπάλου τους. Ο τελικός κριτής των υπεύθυνων πολιτικών είναι εξάλλου ο λαός, ο οποίος δια των εκλογών επιλέγει εκείνους που θέλει και να τον εκπροσωπήσουν αλλά και να τον κυβερνήσουν.

Στροφή προς τον εύκολο αντισυστημικό λόγο

Ο χαρακτηρισμός του πολιτικού αντιπάλου ως «καθεστώτος» μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με παράλληλη αμφισβήτηση της νομιμοποίησης της εκλογής του από τον λαό ή αποκάλυψη της προσπάθειάς του να καταλύσει κάποια από τις βάσεις του πολιτεύματος, όπως είναι για παράδειγμα η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η χρήση λοιπόν του όρου από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την κυβέρνηση συνιστά μια αδικαιολόγητη αμφισβήτηση του πολιτικού και ηθικούς status του αντιπάλου και πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας μας, που είναι η διάθεση της συνύπαρξης.

Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια πολιτική χαρακτηρισμών από τον Αλέξη Τσίπρα; Μόνο ως μια στροφή προς τον εύκολο αντισυστημικό λόγο, ως ένα κλείσιμο του ματιού προς την αμφισβήτηση του «κατεστημένου» και την έξαψη των πολιτικών παθών. Όλα αντιληπτά ως εδώ. Μόνο μια τελευταία παρατήρηση: το εκλογικό σώμα περιμένει από έναν άνθρωπο που έχει υπηρετήσει επί δέκα χρόνια στις δύο κορυφαίες πολιτικές θέσεις να συμπεριφέρεται και με την ανάλογη θεσμική σοβαρότητα. Η προσπάθεια επανεφεύρεσης του αντισυστημικού εαυτού είναι λοιπόν πιθανό αντί για συσπείρωση να προκαλέσει θυμηδία.