--C Αθήνα

Αχιλλέας Χαρίτος: «Με το μακιγιάζ γεμίζω τις μπαταρίες μου»

Ο γνωστός makeupartist ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή για τις ανάγκες της παράστασης «Η άλλη πλευρά της Καταιγίδας» με την οποία κάνει πρεμιέρα το Φεστιβάλ Αθηνών. Η συνεργασία με τον Γιώργο Χουβαρδά, το νέο «στοίχημα» και τα μυστικά της δουλειάς του.

Action24Press/ Συνέντευξη στην Ισμα Τουλάτου

Ο Αχιλλέας Χαρίτος έχει στο ενεργητικό του πάμπολλες συνεργασίες στον χώρο του θεάματος. Εν προκειμένω όμως «Η άλλη πλευρά της Καταιγίδας», η πρωτότυπη σύνθεση του Γιάννη Χουβαρδά με την οποία κάνει πρεμιέρα το Φεστιβάλ Αθηνών αύριο, 1η Ιουνίου στην Πειραιώς 260, έχει χαρακτήρα διαφορετικό για τον πασίγνωστο make up artist: για πρώτη φορά ανεβαίνει ο ίδιος στη σκηνή υποδυόμενος τον…εαυτό του! Ο Αχιλλέας Χαρίτος κάνει λόγο για μια μεγάλη πρόκληση που έχει να σχέση με την ίδια τη  φύση και με τις απαιτήσεις της παράστασης: μιας φαντασμαγορικής μίξης θεάτρου και κινηματογράφου, όπου ο Σαίξπηρ και η «Καταιγίδα» του συναντούν το Χόλιγουντ της «χρυσής εποχής» και τον ιδιοφυή, επαναστάτη δημιουργό Ορσον Ουέλς. Oλ΄αυτά με τη συμμετοχή ενός λαμπερού συνόλου ηθοποιών απ΄όλες τις γενιές του ελληνικού θεάτρου.

Καθώς ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την πρεμιέρα, ο Αχιλλέας Χαρίτος αποκαλύπτει στο Action24press πώς προέκυψε η συγκεκριμένη συνεργασία, εξηγεί τη διαφορά της για τον ίδιο σε σχέση με προηγούμενες στον χώρο του θεάματος και απαντά στο ερώτημα εάν, τελικά, το make up είναι τέχνη ή τεχνική αλλά και στο πώς αντιμετωπίζει τις αλλεπάλληλες κρίσεις που ζούμε ως κοινωνία.

-Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Με τον Γιάννη Χουβαρδά γνωριζόμαστε πολλά χρόνια κι έχουμε συνεργαστεί σε πολλές παραστάσεις. Η πρώτη μας συνεργασία ήταν η «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, προτού καν ιδρυθεί το «Αμόρε» όπου επίσης συνεργαστήκαμε πολύ και πάντα άκουγε ο ένας τον άλλον στον τομέα του. Είναι μια πολύ παλιά σχέση και μια συνεργασία για την οποία μόνο καλά λόγια έχω να πω, μόνο καλά πράγματα να θυμηθώ. Τώρα προέκυψε αυτή η δουλειά η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα. Εν προκειμένω η σαιξπηρική «Καταιγίδα» συναντιέται με το Χόλιγουντ της «χρυσής εποχής» και με τον Ορσον Ουέλς. Οι ηθοποιοί μεταμορφώνονται σε μυθικά πρόσωπα όπως ο Φρεντ Αστέρ και η Τζίντζερ Ρότζερς, οι Χοντρός και Λιγνός, ο Πρόσπερο, η Ρίτα Χέιγουορθ οπότε καταλαβαίνει κανείς ότι το make up είναι μια μεγάλη πρόκληση η οποία μέχρι στιγμής προχωρά καλά…

-Αυτή τη φορά, όμως, ανεβαίνετε και ο ίδιος στη σκηνή. Τί ακριβώς κάνετε;

Επί της ουσίας παίζω τον εαυτό μου: υπάρχει η φιγούρα ενός μακιγιέρ ο οποίος όντως ανεβαίνει στη σκηνή και μεταμορφώνει την Ελένη Μπούκλησε Τζίντζερ Ρότζερς. Η αλήθεια είναι ότι έχει μια διαφορά με το να βάφω έναν καλλιτέχνη ή μια καλλιτέχνιδα στα παρασκήνια, προτού αρχίσει η παράσταση. Δεν έχω ξαναβάψει με το κοινό να με παρακολουθεί. Το πιο κοντινό πράγμα που έχω κάνει είναι τα σεμινάρια αλλά εκεί είναι διαφορετικό, στο σανίδι ανεβαίνω πρώτη φορά. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε δεν έχω τρακ αλλά φοβάμαι ότι όταν έρθει η ώρα της πρεμιέρας θα έχω. Η δυσκολία που αντιμετωπίζω είναι ότι η παράσταση είναι σκηνοθετημένη με τεράστια ακρίβεια οπότε απαιτείται απόλυτος συγχρονισμός. Για έναν ηθοποιό ο οποίος είναι μέσα στη δουλειά αυτή είναι πιο εύκολο, για μένα που δεν είμαι ηθοποιός, όμως, είναι δύσκολο, παρόλο που στην πραγματικότητα δεν έχω κάποιον ρόλο. Πρέπει να πω ότι τώρα, στο διάστημα των προβών, έχω εκτιμήσει πολύ περισσότερο τη δουλειά των ηθοποιών, κατανοώ απολύτως το πόσο δύσκολο είναι αυτό που κάνουν. Εχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι ποτέ δε θα ξαναπώ «α, δε μ΄αρέσει όπως παίζει αυτός» γιατί πλέον έχω αντιληφθεί ότι κάθε ηθοποιός υπερβαίνει τον  εαυτό του, δίνει πολύ περισσότερο απ΄το κανονικό…

-Ποια είναι ακριβώς η πρόκληση αυτής της παράστασης;

Εχω ξανακάνει μεταμορφώσεις αλλά σε φωτογραφήσεις. Εδώ οι ηθοποιοί κινούνται ελεύθερα, υπάρχει βίντεο και πρέπει να αποδοθούν οι περσόνες χωρίς να έχω τα «όπλα» της φωτογραφίας: την ακινησία, δηλαδή και την ακριβή απομίμηση του φωτισμού ώστε να πλησιάσει η φωτογραφία τη φιγούρα. Εδώ έχουμε τον φωτισμό της σκηνής, τη δράση και μέσα σ΄αυτή τη συνθήκη πρέπει οι ηθοποιοί να μεταμορφωθούν στις περσόνες που ανέφερα. Ας μην ξεχνάμε ότι στο θέατρο το ζητούμενο είναι ολόκληρη η φιγούρα όχι μόνο το πρόσωπο κι εδώ κρύβεται η πρόκληση, το άγχος και η ανησυχία. Ευτυχώς όμως οι ηθοποιοί με βοηθούν πολύ με τις κινήσεις, τις εκφράσεις τους, τον ίδιον τον τρόπο που μιλούν και προς το παρόν όλο αυτό κυλάει πολύ όμορφα…

-Εχει άλλους κώδικες το θέατρο σε σχέση με τη δουλειά σας;

Ναι, σαφώς και πολύ περισσότερο σ΄αυτή τη συγκεκριμένη παράσταση. Όταν κάνεις το μακιγιάζ σε έναν ηθοποιό σκέφτεσαι τον ρόλο.  Προσωπικά βλέπω πρόβα, μιλάω με τον σκηνοθέτη,  λαμβάνω υπόψη μου τον φωτισμό, τα ρούχα, συζητώ με τον ίδιον τον ηθοποιό για τον ρόλο του, το πώς τον αντιλαμβάνεται και το πώς τον προσεγγίζει κι επάνω σ΄όλα αυτά δουλεύω. Πολλές φορές με το μακιγιάζ, μου έχει τύχει να μου πουν «α, τώρα βρήκα τον ρόλο». Εν προκειμένω το στοίχημα είναι μεγαλύτερο γιατί δεν αρκεί να βγάλω συναίσθημα, πρέπει να αποδοθεί η φιγούρα…

-Τελικά το μακιγιάζ είναι τέχνη ή τεχνική;

Είναι τεχνική την οποία μπορεί να εφαρμόσει κάθε άνθρωπος για συγκεκριμένους  λόγους. Γίνεται τέχνη στις περιπτώσεις που ξεφεύγεις από τεχνικούς κανόνες και προσπαθείς να πετύχεις κάτι που μπορεί να φαίνεται και μαγικό. Επομένως το μακιγιάζ μπορεί να γίνει τέχνη μόνο σε συνθήκες παράστασης, σε συνθήκες υπέρβασης γενικότερα. Σ΄έναν άνθρωπο καθημερινό δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο. Το να καλύψεις μια ρυτίδα, ας πούμε, ή μια κοκκινίλα, είναι καθαρά θέμα τεχνικής.

-Τί είναι αυτό που σας ελκύει επαγγελματικά σ΄ ένα πρόσωπο; Εχει τύχει, ας πούμε, να δείτε έναν άνθρωπο και να πείτε «εδώ το μακιγιάζ θα είχε πολύ ενδιαφέρον»;

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλά πρόσωπα γύρω μας τα οποία είναι φαινομενικά αδιάφορα, δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, περνούν δίπλα μας απαρατήρητα. Σε κάποια από αυτά όντως διαπιστώνω μια ξεχωριστή ανατομία και λέω «κοίτα να δεις, αυτό το πρόσωπο θα μπορούσε να γίνει απίστευτο». Συνήθως τα πρόσωπα στα οποία κάνει μεγάλη διαφορά το μακιγιάζ είναι τα «σβησμένα», αυτά που δεν έχουν έντονα χαρακτηριστικά και χρώματα…

-Αλήθεια, σας κουράζει ποτέ η δουλειά σας;

Η δουλειά μου αυτή καθ’ εαυτή μου αρέσει πάρα πολύ, δεν αισθάνομαι αυτό που λέμε ρουτίνα. Αυτό που με κουράζει μερικές φορές είναι οι διαδικασίες. Το ότι κλείνεις, ας πούμε, μια δουλειά κι αναβάλλεται μία, δύο, τρεις φορές, ότι τελικά μπορεί να μη γίνει και καθόλου, ότι ιδρώνεις για να πληρωθείς, τέτοιου είδους πράγματα. Η ίδια η δουλειά μου, όμως, όχι, με τίποτα. Με το μακιγιάζ γεμίζω τις μπαταρίες μου, είναι το σημείο εκείνο του χρόνου που ξεφεύγω…Η πρόκληση που ανακαλύπτω στο πιο απλό, στο πιο καθημερινό πρόσωπο με συναρπάζει. Ωστόσο, κάνω μια δουλειά που εφαρμόζεται στο πρόσωπο ενός άλλου ανθρώπου ο οποίος καλείται πλέον ο ίδιος  να την υποστηρίξει. Μπορεί εγώ, για παράδειγμα, να έχω μια τρελή έμπνευση κι άλλος να μου πει «και τώρα εγώ , Αχιλλέα μου, τί να το κάνω αυτό;»

-Το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε αλλεπάλληλες κρίσεις σας έχει κάνει ποτέ να αισθανθείτε κάποιου είδους ματαιότητα; Να πείτε, π.χ «πού πάω, τώρα, εγώ με το μακιγιάζ, εδώ ο κόσμος καίγεται»…

Φυσικά. Το έχω πει στον εαυτό μου ακριβώς όπως το λέτε: «πού πάω, τώρα, εγώ με το μακιγιάζ, εδώ ο κόσμος καίγεται»…Η απάντηση που μου δίνω είναι «περίμενε και θα δούμε». Είναι μια άσκηση την οποία, θεωρώ, έχουμε κάνει όλοι μας κάποια στιγμή. Υπάρχουν διαστήματα στη ζωή που πας μέρα με τη μέρα και περιμένεις. Δεν είναι εύκολο να αισθάνεσαι ότι δε μπορείς να κάνεις όνειρα, ότι δεν έχεις ορίζοντα αλλά κάποιες φορές η ζωή τα φέρνει έτσι…

Στην πρωτότυπη σύνθεση του Γιάννη Χουβαρδά, η σαιξπηρική Καταιγίδα (TheTempest) συναντιέται με το Χόλιγουντ της «Χρυσής Εποχής» και τον ιδιοφυή, επαναστάτη δημιουργό Όρσον Ουέλς. Το κείμενο μεταφέρει την ποίηση του πρωτοτύπου σε ένα μυθικό αλλά κοντινό σ’ εμάς περιβάλλον, αντλώντας από δύο κύκνεια άσματα, το τελευταίο θεατρικό έργο του Άγγλου δραματουργού και την τελευταία, ανολοκλήρωτη ταινία του Όρσον Ουέλς Η άλλη πλευρά του ανέμου. Ο κόσμος του Πρόσπερο, το «μαγικό νησί» του, θα είναι ένα παλιό, μεγάλο στούντιο του Χόλιγουντ, και όλα τα πρόσωπα του έργου θα είναι αναγνωρίσιμες θρυλικές μορφές χολιγουντιανών ταινιών. Και η όλη παράσταση, μια φαντασμαγορική μίξη θεάτρου και κινηματογράφου, μ’ ένα λαμπερό σύνολο ηθοποιών απ’ όλες τις γενιές του ελληνικού θεάτρου, θα εκπέμπει μια αύρα της ύλης που παλεύει να γίνει πνεύμα, το υλικό απ’ το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα.

Με αγγλικούς υπέρτιτλους και με ελληνικούς στην πρεμιέρα, για άτομα με προβλήματα ακοής.