--C Αθήνα

60 χρόνια James Bond: Η ανεξίτηλη γοητεία του πράκτορα 007

© Shutterstock

Ο γοητευτικός πράκτορας 007 που πίνει Μαρτίνι «shaken, not stirred», οδηγεί Aston Martin και σκοτώνει ατσαλάκωτος όλους τους κακούς, πάντα πλαισιωμένος από υπέροχα κορίτσια μπαίνει σε νέα εποχή, δακρύζει, ερωτεύεται και είναι μονογαμικός.

Υακίνθη Βουλέλη/ Action24Press

Η σκηνή όπου η Χάνι Ράιντερ, στο πρόσωπο της καλλονής Ούρσουλα Αντρες, αναδύεται απ’ το νερό κρατώντας τα κοχύλια και με ένα μαχαίρι στη μέση του μπικίνι της, έχει καταγραφεί στην ιστορία ως μία απ’ τις ωραιότερες και κλασικότερες στιγμές του λαμπερού κόσμου τουΤζέιμς Μποντ. Φέτος, γιορτάζονται τα 60 χρόνια απ’ το «Dr No» (1962, Τέρενς Γιανγκ, EON productions), την πρώτη ταινία του μυθικού κατασκόπου, με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερι, τον ιδανικότερο ερμηνευτή του και απόλυτα ταυτισμένο μέχρι σήμερα με τον Μποντ. Ο Ιαν Φλέμινγκ, που ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1952 στην Τζαμάικα, να γράφει τις ιστορίες του Βρετανού μυστικού πράκτορα, είδε τον ήρωά του να παίρνει σάρκα και οστά στη μεγάλη οθόνη μόνο δύο φορές, στις «Dr No» και «Από τη Ρωσία με Αγάπη» (1963) αφού για λίγες εβδομάδες μόνο δεν πρόλαβε την πρεμιέρα του «Goldfinger» (1964). Πρόλαβε όμως, έστω και απ’ αυτές τις δύο, να γευτεί την τεράστια επιτυχία του και -ποιος ξέρει;- ίσως και να φαντάστηκε τον τρομερό αντίκτυπο που θα είχε η ιδέα του στο μυθιστόρημα και φυσικά στον κινηματογράφο.                   

Η ανεξίτηλη γοητεία του πράκτορα 007

Το μουσικό θέμα του κατασκόπου, που φέρει την αξέχαστη φωνή του Κόνερι και πίνει Martini (shaken, not stirred), είναι το διασημότερο στον κόσμο, ίσως μαζί με αυτό του Ροζ Πάνθηρα. Το όνομα Τζέιμς Μποντ έγινε σύμβολο μιας φανταστικής ζωής γεμάτης αδρεναλίνη. Οι πνευματώδεις διάλογοι, οι εξωτικοί προορισμοί, το άψογο στυλ του, τα εκπληκτικά κοσμήματα των γυναικών που τον περιβάλλουν, τα πανάκριβα αυτοκίνητα που οδηγεί. Ενα κείμενο θα μπορούσε να γραφτεί μονάχα για την υπέροχη Aston Martin DB5, που έχει παίξει σε περισσότερες ταινίες απ’ τους ηθοποιούς που υποδύθηκαν τον Τζέιμς Μποντ, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στο «Goldfinger» κι αποθεώθηκε στο «No Time To Die» (2021).

Εκτός απ’ τον κορυφαίας σημασίας παράγοντα αισθητική, η κατηγοριοποίηση ενός έργου σε Α ή Β έγκειται στον βαθμό συνθετότητας των χαρακτήρων, αν δηλαδή τα πρόσωπα είναι επίπεδα ή πολυδιάστατα. Εμπνεόμενος απ’ τις προσωπικές του -απόρρητες- περιπέτειες στην Υπηρεσία Αντικατασκοπείας του Βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού, ο Φλέμινγκ δημιούργησε έναν χαρισματικό ήρωα που συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που θέλγουν ένα απαιτητικό κοινό, ανδρικό και γυναικείο. Σε αντίθεση με άλλους χαρακτήρες ταινιών δράσης, ο Τζέιμς Μποντ αγαπιέται σταθερά απ’ το γυναικείο κοινό, γεγονός που αποδεικνύει πόσο καλογραμμένος είναι τόσο ο ίδιος όσο κι οι αποκρουστικοί «κακοί» του Φλέμινγκ, στους οποίους ο μεγαλύτερος σύγχρονος πολέμιος της τέχνης, η πολιτική ορθότητα, ακόμη δεν έχει επιτεθεί. Η προσωπικότητα του Τζέιμς Μποντ μπορεί να μεταμορφώνεται μέσα στον χρόνο, αλλά κάποια πράγματα, όπως τα διαμάντια, είναι για πάντα.

Ο Σον Κόνερι ποζάρει με τη θρυλική Aston Martin DB5.

 Το φαινόμενο Ντάνιελ Κρεγκ

Μία από τις ισχυρότερες ενστάσεις στην επιλογή του Κρεγκ ως επόμενου Τζέιμς Μποντ ήταν το γεγονός πως ήταν ξανθός. Διαδεχόμενος τον κλασικά πανέμορφο Πιρς Μπρόσναν, που ως προς τα χαρακτηριστικά του ενσάρκωνε τον τέλειο Μποντ, ένας ξανθός κι όχι στερεοτυπικά ωραίος ηθοποιός ήγειρε αμφιβολίες στην παραγωγή. Αν και είχε προϋπάρξει ο κομψός Ρότζερ Μουρ, το πρόσωπο του γοητευτικού κατασκόπου είχε ταυτιστεί στο υποσυνείδητο του κοινού με σκούρα μαλλιά, ακριβώς όπως η εύθραυστη πρωταγωνίστρια σε μία ταινία δράσης έπρεπε να είναι ξανθιά. Η έκδηλη αρρενωπότητα του Κρεγκ ωστόσο, παρά τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά του, όχι μόνο κατεύνασε τις όποιες αντιρρήσεις, αλλά έμελλε να τον καθιερώσει στον ρόλο, οδηγώντας τον μάλιστα σε έναν δρόμο ανόμοιο απ’ όλων των προκατόχων του.

Ο Μποντ του Κρεγκ προέβαλλε έναν ανδρισμό αποδεσμευμένο από κάθε αγκύλωση και κλισέ του παρελθόντος, ειδικά στην τελευταία του ταινία που υπήρξε η πιο δραματική. Πλέον δεν είναι επιφανειακός, αισθάνεται βαθιά, δακρύζει, ερωτεύεται. EPA/NEIL HALL

Ο Μποντ του Κρεγκ προέβαλλε έναν ανδρισμό αποδεσμευμένο από κάθε αγκύλωση και κλισέ του παρελθόντος, ειδικά στην τελευταία του ταινία που υπήρξε η πιο δραματική. Πλέον δεν είναι επιφανειακός, αισθάνεται βαθιά, δακρύζει, ερωτεύεται, είναι μονογαμικός κι αληθινά δυνατός. Η ανασφάλεια του παρελθοντικού Τζέιμς Μποντ κι η διαρκής του ανάγκη για επιβεβαίωση μπορεί να πέρναγε ως χαριτωμένα προβληματική τη δεκαετία του ’60, που ο ελεύθερος έρωτας ήταν φαντασίωση, σήμερα όμως που είναι ό,τι πιο εύκολο και συνηθισμένο μονάχα θα μείωνε και θα αποδυνάμωνε τον ήρωα. Η ερμηνεία του Ντάνιελ Κρεγκ έχει την ευαισθησία και το απαιτούμενο βάθος ώστε να σκιαγραφηθεί ένας ευάλωτος Μποντ που νιώθει ενοχές, πληγώνεται, πονάει πραγματικά και δεν είναι καρικατούρα. Στο «No Time To Die» εγκαταλείπει τη Μάντλιν (Λέα Σεϊντού) επειδή πιστεύει πως τον έχει προδώσει, όπως συμβαίνει στην «Υπόθεση Τόμας Κράουν» (1968, 1999), μόνο που o Μποντ έχει κάνει λάθος διότι και η υπόσταση του «Bond Girl» είναι πια διαφορετική.

Η μεγάλη έκπληξη του «No Time To Die» είναι η Ana de Armas

Νέα Εποχή

Τα κορίτσια του Τζέιμς Μποντ παραμένουν εκθαμβωτικά, όμως η συναισθηματική κενότητα που τα διέκρινε στις παλαιότερες ταινίες τείνει να εξαφανιστεί. Μπορεί να ήταν ένα χαρακτηριστικό που τους προσέδιδε μυστήριο, αλλά τις κρατούσε στο χαρτί. Ο 007 ήταν για εκείνες ένα συναρπαστικό στοίχημα, μία επικίνδυνη απόλαυση που δεν εξελισσόταν ποτέ σε κάτι παραπάνω. Στο «No Time To Die», η Μάντλιν παροτρύνει τον Μποντ να επισκεφτεί τον τάφο της Βέσπερ (Ευα Γκριν, «Casino Royale», 2006) γιατί ο θάνατός της τον βασανίζει ακόμα. Τον αγαπάει αληθινά και δεν τον προδίδει όπως η Βίκυ στην «Υπόθεση Τόμας Κράουν». Η «παγωμένη γυναικεία καρδιά» φαίνεται να είναι ένα σεναριακό γνώρισμα που έχει κορεστεί. Η μεγάλη έκπληξη του «No Time To Die» όμως είναι η Ανα ντε Αρμας στον ρόλο της Παλόμα, που αν και πανέμορφη, δεν είναι καθόλου τέλεια όπως τα Bond Girls τού χθες. Είναι αδέξια, αμήχανη, αστεία, βιώνει άγχος και διαθέτει παιδικότητα, χαρακτηριστικά που όχι μόνο δεν στερούν απ’ τον ερωτισμό της, αλλά την κάνουν ανθρώπινη, που είναι το ζητούμενο για τους σύγχρονους κινηματογραφικούς ήρωες – κι ό,τι πιο ελκυστικό.

Η αποδόμηση είχε αρχίσει ήδη απ’ τη δεκαετία του ’90 και τη θητεία του Μπρόσναν. Στο «GoldenEye» (1995) η σπουδαία Τζούντι Ντεντς, που είχε τον ρόλο της αυστηρής Μ για οκτώ ταινίες, τον κατηγορεί για ψυχρότητα και μισογυνισμό. Η επανεκκίνηση ως προς την περσόνα του, που έφεραν οι πέντε ταινίες του Κρεγκ υπήρξε ανατρεπτική, ποιο θα είναι όμως το αύριο; Ενας κειμενοκεντρικός Μποντ που θα διαδραματίζεται στα 60’s και θα επαναφέρει την ατμόσφαιρα του Φλέμινγκ; (Οσοι έχουν δει τον Χένρι Κάβιλ στο U.N.C.L.E. (2015, Γκάι Ρίτσι) μπορούν να ονειρευτούν μία τέτοια συνέχεια). Ή ένας άχρονος Μποντ που ωστόσο θα διατηρεί αυτή την ατμόσφαιρα; Πότε μία παρέμβαση στην αρχική ιδέα παύει να είναι θετική και γίνεται καταστροφική; Και αν δεν πρόκειται να θυμίζει σε τίποτα όσα οι λάτρεις του Μποντ νοσταλγούν, τότε θα είναι Τζέιμς Μποντ;