--C Αθήνα

Δένδιας: Η ελληνική επιχειρηματολογία για την Τουρκία είναι απολύτως επαρκής

©ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ/EUROKINISSI

Αναφορά στην Τουρκία έκανε ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, μιλώντας κατά την διάρκεια της ετήσιας γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδας.

«Η ελληνική επιχειρηματολογία είναι απολύτως επαρκής, απολύτως πειστική και έχει στο οπλοστάσιό της τα πιο σύγχρονα επιχειρήματα του διεθνούς δικαίου». «Αντιθέτως», συνέχισε, «οι τουρκικές θέσεις δεν αντέχουν σε καμία κριτική, αποτελούν εκδηλώσεις ενός νεοοθωμανικού αναθεωρητισμού, τμήματα ενός ιδεολογήματος μιας περιφερειακής δήθεν υπερδύναμης, η οποία επιχειρεί να επιβάλει τη θέλησή της δια της απειλής της ισχύος απέναντι στους γείτονές της», τόνισε, σχετικά με τα ελληνοτουρκικά.

Όπως πρόσθεσε, «εύχομαι ειλικρινά η Τουρκία να δει καθαρά ότι αυτή η πολιτική είναι αδιέξοδη, να επιστρέψει στην πορεία σύγκλισης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ευρωπαϊκές και τις παγκόσμιες αξίες και να κατανοήσει ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει μία γέφυρα προς την Ευρώπη, μία γέφυρα προς ένα καλύτερο μέλλον, το οποίο πιστεύω ακράδαντα ότι ελπίζει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του τουρκικού λαού και της τουρκικής κοινωνίας, δηλαδή όποτε και εάν του δίνεται η ευκαιρία να μιλήσει ελεύθερα και να σταματήσει η προσπάθεια εγκλωβισμού της τουρκικής κοινωνίας και κατ΄ επέκταση και της Ελλάδας στο μέλλον».

Υπογράμμισε ότι «σε διεκδικήσεις και αντιπαλότητες που ανήκουν σε περασμένους αιώνες και σε περασμένες εποχές, να καταστεί σαφές στην Τουρκία ότι η πολιτική των κανονιοφόρων, η πολιτική Σουλεϊμάν του μεγαλοπρεπούς στη Μεσόγειο, ανήκει τελείως σε μία άλλη εποχή, είτε του Σουλεϊμάν στον 16ο αιώνα, είτε των κανονιοφόρων στον 19ο και άντε στις αρχές του 20ου. Πάντως με κανένα τρόπο στον 21ο αιώνα».

«Όμως μεγάλη αισιοδοξία δεν έχω», είπε ο Νίκος Δένδιας, τονίζοντας παράλληλα σε αυτό το σημείο, ότι «η δική μας απάντηση είναι η εθνική ομόνοια, η εθνική ομοψυχία, η δυνατότητά μας να προβάλλουμε τις θέσεις μας και η πεποίθησή μας ότι ανεξαρτήτως παραμέτρων η χώρα είναι ισχυρή και μπορεί βασισμένη στις δικές της Ένοπλες Δυνάμεις και στις δυνάμεις της κοινωνίας και της οικονομίας της να υπερασπίσει τα εθνικά δίκαια και το μέλλον των επόμενων γενεών της».

Όπως, πρόσθεσε, «η αισιοδοξία μου αυτή μεγάλωσε, γιατί έπειτα από 50 χρόνια μπορέσαμε και λύσαμε το ζήτημα με την Ιταλία και υπογράψαμε τη σχετική συμφωνία, λύσαμε το ζήτημα με την Αίγυπτο και υπέγραψα τη σχετική συμφωνία, λύσαμε επί της αρχής το ζήτημα με την Αλβανία και θεωρώ ότι μετά την εκλογή του νέου προέδρου θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην υπογραφή του συμφωνητικού με την Αλβανία και στην παραπομπή της διαφοράς μας στη Χάγη».

«Με αυτή λοιπόν την αντίληψη» συμπλήρωσε, «θεώρησα ότι θα μπορέσει η Ελλάδα να βρει κώδικες συνεννόησης με την Τουρκία και να μπορέσουμε να επιλύσουμε τη διαφορά μας, αλλά δυστυχώς αυτή υπήρξε μία απολύτως λανθασμένη πρόβλεψη».

Συνεχίζοντας είπε ότι «βρεθήκαμε απέναντι σε μία διαρκή διεύρυνση επιχειρημάτων και διεκδικήσεων απέναντι στην πατρίδα μας, πέραν του διεθνούς δικαίου, πέραν οποιασδήποτε λογικής» και πρόσθεσε: «Αναφέρω ενδεικτικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο διαμοιράζει θαλάσσιες εκτάσεις, αγνοώντας την παρουσία της Κρήτης μέσα στη μέση, αγνοώντας ότι κατά το διεθνές δίκαιο τα νησιά έχουν τα ίδια δικαιώματα με την ενδοχώρα, δηλαδή χωρικά ύδατα και μάλιστα χωρικά ύδατα μέχρι τα 12 μίλια, αλλά και αποκλειστική οικονομική ζώνη και υφαλοκρηπίδα.