Σάββατο, 31 Οκτωβρίου, 2020

Αλκοόλ, καπνός, ψυχοτρόπες ουσίες, κινητό τηλέφωνο, διαδίκτυο, ηλεκτρονικά και τυχερά παιχνίδια καταλαμβάνουν σημαντικό κομμάτι της ζωής των εφήβων στη χώρα μας, σύμφωνα με έρευνα του ΚΕΘΕΑ ΠΙΛΟΤΟΣ.

Στην ηλικία των 13-14 χρόνων πολλοί έφηβοι έρχονται σε επαφή με το αλκοόλ και το τσιγάρο, κυρίως «από περιέργεια», τα οποία δοκιμάζουν στα πάρτι, το σχολείο, στα πάρκα και 3 στους δέκα πίνουν τουλάχιστον δυο φορές τον μήνα. Στην ίδια «τρυφερή» ηλικία σημαντικό ποσοστό 3% «πειραματίζεται» και με την κάνναβη, κυρίως μέσα στο σχολείο όπου γίνεται και η προμήθεια, κατά δηλωσή τους, ενώ το ποσοστό διπλασιάζεται στην ηλικία των 15 χρόνων. Στα 13 τους χρόνια οι μαθητές έχουν σχεδόν όλοι (95%) κινητό τηλέφωνο, το οποίο έχουν αποκτήσει ήδη από τα 11, δηλαδή πολύ προτού τελειώσουν το δημοτικό σχολείο. Στο διαδίκτυο η πρόσβαση είναι καθολική (ποσοστό 99% δηλώνει ότι σερφάρει) στην ηλικία των 13 χρόνων, και έχει αρχίσει από τα 10 έτη και χωρίς επίβλεψη σε μεγάλο ποσοστό. Οκτώ στους δέκα 13χρονους δηλώνουν πως παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια και 2 στους δέκα παίζουν και τυχερά παιχνίδια.

Πρόκειται για ευρήματα τα οποία σήμαναν συναγερμό στους ειδικούς, οι οποίοι διαπιστώνουν το αυτονόητο, ότι υπάρχει δραματικό κενό στην πρόληψη αλλά και έγκαιρη παρέμβαση για τις εξαρτήσεις στον μαθητικό πληθυσμό. Επισημαίνουν δε πως τα ευρήματα «καταδεικνύουν την ανάγκη ανάπτυξης και συστηματικής εφαρμογής προγραμμάτων ενημέρωσης, πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης στο μαθητικό πληθυσμό, για διαφορετικές μορφές εξάρτησης. Οι συνεργασίες μεταξύ φορέων και οργανισμών, η ανάληψη πρωτοβουλιών σε ερευνητικό επίπεδο, ο σχεδιασμός συστηματικών παρεμβάσεων από περισσότερους φορείς, μεταξύ των οποίων οι σχολικές κοινότητες, η εκπαίδευση των γονέων και η ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου είναι μερικές από τις άμεσες προτεραιότητες που χρειάζεται να αναληφθούν. Το πρώτο ουσιαστικό βήμα θα αποτελούσε η διαμόρφωση ενός δικτύου όλων των άμεσα και έμμεσα εμπλεκομένων με τα θέματα ψυχικής και σωματικής υγείας των εφήβων και των νεαρών ενηλίκων, καθώς και η διαμόρφωση ενός κεντρικού σχεδίου δράσης» καταλήγουν οι συντάκτες της έρευνας.