--C Αθήνα

Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες Του 2022 

©kbulut58 – Flickr

Ποιες είναι οι σκέψεις των Ελλήνων για τις μεγάλες απειλές του μέλλοντος για τη χώρα μας και για τον κόσμο; Τι σκέφτονται για τον ρόλο της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για το μεταναστευτικό και για τη σεξουαλική παρενόχληση; Πώς άλλαξαν οι απόψεις τους μετά από μια τεράστια οικονομική κρίση, μια παγκόσμια πανδημία και, πλέον, έναν πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος;

Το “Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες”, η μεγάλη έρευνα της διαΝΕΟσις για τις αξίες και τις στάσεις των Ελλήνων σε μια σειρά από σημαντικά θέματα, επιστρέφει με νέα, σημαντικά ευρήματα. Είναι το έκτο “κύμα” μιας προσπάθειας που ξεκίνησε το 2015, μέσα στην καρδιά της εποχής των μνημονίων, με στόχο να καταγράφει τις στάσεις των πολιτών, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο ο οργανισμός μας προτείνει λύσεις και μεταρρυθμίσεις. Και, καθώς αυτά ήταν επτά ιδιαίτερα επεισοδιακά χρόνια, οι έρευνες αυτές κατέγραψαν γλαφυρά το πώς οι Έλληνες αντιμετώπισαν και διαχειρίστηκαν τις πρωτοφανείς κρίσεις και τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που διαμορφώνουν την ταραγμένη εποχή μας.
Η έρευνα, που διεξήχθη από την εταιρεία ερευνών MARC A.E. έγινε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του γενικού πληθυσμού ηλικίας 17 και άνω, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και online panel.

Παρακάτω θα αναφερθούμε συνοπτικά σε μερικά από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας.

  1. Συναισθήματα, Απειλές & Κίνδυνοι
    Ηέρευνα, όπως γράφει ο Θωμάς Γεράκης της MARC στη συνοδευτική του έκθεση, “διενεργείται σε μια περίοδο έκρηξης της ήδη προϋπάρχουσας ανασφάλειας και των απειλών”. “Προσφέρει έτσι ένα πολύτιμο υλικό”, επισημαίνει ο Παναγής Παναγιωτόπουλος στη δική του έκθεση, “που δεν αποτυπώνει μόνο τις διαθέσεις και τις αντιλήψεις που κυριαρχούν σε κάθε στιγμή, το συναίσθημα κάθε κρίσης, αλλά και τη σωρευτική σημασία των πολλαπλών κρίσεων που αντιμετώπισε η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνιa”.

Σε αυτή τη συγκυρία, όπως είναι αναμενόμενο, τα συναισθήματα που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία είναι η “ανασφάλεια” (28,8%) και η απογοήτευση (28,5%). Το αίσθημα της “αισιοδοξίας” έχει υποχωρήσει πολύ (από 23,4% που το δήλωναν ως το κυρίαρχο συναίσθημα το 2019 στο 13,7% φέτος). “Είναι αδιαμφισβήτητο πως η πανδημία έχει επιφέρει αρνητικές ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στον πληθυσμό, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα”, γράφει η Μαρίνα Οικονόμου-Λαλιώτη στη δική της συνοδευτική έκθεση. “Στη χώρα μας ωστόσο, η έναρξη της πανδημίας μaς βρήκε ήδη επιβαρυμένους από την οικονομική κρίση που είχε προηγηθεί και η οποία χαρακτηριζόταν εξίσου από ανατροπές, αστάθεια, ανασφάλεια και συμβολικές απώλειες. Η πανδημία μaς ταρακούνησε πιο συθέμελα και μας έφερε αντιμέτωπους με πιο πρωτόγονες απειλές, όπως είναι η απώλεια της ζωής και η έννοια του θανάτου, ενεργοποιώντας αρχέγονους φόβους, ένστικτα και τραύματα που δεν είχε αγγίξει η προηγούμενη κρίση”.

Βεβαίως, όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις έρευνες, δεν δηλώνουν όλες οι ομάδες του πληθυσμού ότι αισθάνονται τα ίδια. Για παράδειγμα, οι ερωτηθέντες που δηλώνουν ότι το μηνιαίο ατομικό τους εισόδημα είναι “πάνω από 3.000 ευρώ τον μήνα” δηλώνουν και το μεγαλύτερο ποσοστό αισιοδοξίας από όλους (27%) -η αισιοδοξία είναι και το συχνότερο συναίσθημα για αυτούς.

Σε άλλη ερώτηση, η μεγαλύτερη απειλή που αναγνωρίζουν οι Έλληνες για τη χώρα μας είναι το “δημογραφικό”, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την οικονομική κατάσταση να ακολουθούν. Είναι ενδιαφέρον ότι το 2022, ένα 9% θεωρούν πρώτη απειλή “τη μετανάστευση”, από 21,7% που πίστευαν το ίδιο το 2019. Μολονότι η πανδημία της Covid εξακολουθούσε να προκαλεί δεκάδες θανάτους καθημερινά την περίοδο που έγινε η έρευνα, μόνο το 2,2% επέλεγαν ως πρώτη απειλή για τη χώρα μας τις “ασθένειες-πανδημίες”. Ποια ομάδα, δε, αντιμετωπίζει το δημογραφικό ως λιγότερο άμεσο κίνδυνο; Οι νέοι 17-24, που το κατατάσσουν ως κίνδυνο αντίστοιχο με την “τρομοκρατία”.

Για τον πλανήτη γενικότερα, όμως, οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούν πλέον σημαντικότερη απειλή τους “πολέμους και τις συγκρούσεις” (33,2%). Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που άλλαξε δραματικά μέσα σε λίγες εβδομάδες -ήταν μία από τις ερωτήσεις που επαναλάβαμε τον Μάρτιο του 2022, μετά την εισβολή του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία. Τον Φεβρουάριο του ’22, όταν είχαμε κάνει την ίδια ερώτηση, μόνο 13,3% θεωρούσαν τους πολέμους τη μεγαλύτερη απειλή -η πλειοψηφία τότε (31,6%) θεωρούσαν σημαντικότερο κίνδυνο την κλιματική αλλαγή, με τις “οικονομικές ανισότητες και δυσκολίες” να ακολουθούν.

Υπάρχουν και άλλες αλλαγές που προέκυψαν στις στάσεις των πολιτών μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία. Μολονότι αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να είναι συγκυριακές και πρόσκαιρες, ωστόσο παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, έστω και ως καταγραφή της επιρροής που έχουν εξωγενείς παράγοντες στις στάσεις των ερωτηθέντων.

Ζητήσαμε, για παράδειγμα, από τους πολίτες να μας πουν αν οκτώ λέξεις που χαρακτηρίζουν την εθνική ή θρησκευτική ταυτότητα ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό ενός ατόμου, αντιπροσωπεύουν κατά τη γνώμη τους κάτι “καλό” ή “κακό”. Στην έρευνα του Μαρτίου, η πλειοψηφία επέλεξε ότι είναι “κακό” οι λέξεις “Τούρκοι” (60,3%), “μουσουλμάνοι” (47,9%), “Γερμανοί” (48,4%) και “μετανάστες” (42,8%). Περισσότερες “καλές” από ό,τι “κακές” αξιολογήσεις είχαν οι “Αμερικανοί” (49,3% τους θεωρούσαν “καλούς”), οι “Εβραίοι” (46,3%), οι “πρόσφυγες” (55,4%) και οι “Ρώσοι” (48,7%). Στα δύο τελευταία είναι που παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη αλλαγή μετά την έναρξη του πολέμου. Πριν από τον πόλεμο, στις αρχές του Φεβρουαρίου 2022, το ποσοστό των ερωτηθέντων που θεωρούσαν τους “πρόσφυγες” κάτι καλό ήταν 47,1% (και το 2019 ήταν μόνο 40,6%). Το ποσοστό που θεωρούσε “καλούς” τους Ρώσους τότε ήταν 58%. Είναι αξιοσημείωτο, δε, ότι κι αυτό το ποσοστό ήταν σημαντικά μειωμένο από το 77,4% που είχε καταγραφεί το 2016. Όπως γράφει ο Θ. Γεράκης στην έκθεσή του, “για πρώτη φορά η θετική προδιάθεση απέναντι στους Αμερικανούς καταγράφεται, έστω και οριακά, υψηλότερη από τη θετική προδιάθεση απέναντι στους Ρώσους”.

Τον Μάρτιο του 2022, εξάλλου, επαναλάβαμε μια ερώτηση που είχαμε κάνει στην έρευνα του Δεκεμβρίου του 2019, αναζητώντας την άποψη των Ελλήνων και των Ελληνίδων για μια σειρά από διεθνείς προσωπικότητες. Στο διάστημα αυτό οι θετικές γνώμες για τον Εμμανουέλ Μακρόν εκτοξεύτηκαν από το 48% στο 65,1% -και έτσι στην έρευνα του 2022 ο Μακρόν γίνεται η μόνη διεθνής προσωπικότητα που συγκεντρώνει περισσότερες θετικές από αρνητικές γνώμες από τους Έλληνες. Η μεγαλύτερη αλλαγή, βεβαίως, εντοπίζεται στην εικόνα του Βλαντιμίρ Πούτιν. Τον Δεκέμβριο του 2019 το 41,3% των Ελλήνων είχαν θετική γνώμη για τον Πρόεδρο της Ρωσίας. Τον Μάρτιο του 2022 μόνο το 18,8% δηλώνει ότι έχει θετική γνώμη. Μόνο η Άνγκελα Μέρκελ (70,2%) και ο Ταγίπ Ερντογάν (89,9%) συγκεντρώνουν μεγαλύτερα ποσοστά αρνητικών απόψεων από τον Πούτιν. Αξιοσημείωτο παραμένει, δε, το ότι περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες δεν γνωρίζουν ή δεν έχουν σχηματίσει γνώμη για τον Πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ.

Ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα που σχετίζεται με τις εξωτερικές απειλές αποτυπώνεται στην ερώτηση “ποιες από τις παρακάτω χώρες είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι της Ελλάδας στα εξωτερικά της θέματα”. Σε αυτήν υπάρχει μία απάντηση η οποία κυριαρχεί έναντι όλων των άλλων. Θυμίζουμε ότι η ερώτηση τέθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία είχε ολοκληρωθεί η συμφωνία για την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού υψηλής αξίας από τη Γαλλία, ενώ είχαν προηγηθεί και πρωτοβουλίες του Γάλλου Προέδρου στην ανατολική Μεσόγειο κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ιδιαίτερα έντονης κινητικότητας των ανήσυχων γειτόνων μας. Ως εκ τούτου, όταν ζητήθηκε να αναφέρουν τη μία καλύτερη σύμμαχο της Ελλάδας σήμερα, το 64,9% των Ελλήνων επέλεξαν τη Γαλλία. Επιπλέον, οι Έλληνες αξιολογούν ως “δεύτερες καλύτερες” συμμάχους της χώρας μας -με πολύ μεγάλη διαφορά- τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Εδώ υπήρξε κι άλλη μια αλλαγή μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία: το ποσοστό των Ελλήνων που επέλεγαν τη Ρωσία ως μία από τις δύο σημαντικότερες συμμάχους της Ελλάδας μειώθηκε στο μισό (από 15,2% σε 7,5%).

Κι ως προς τις απειλές που απασχολούσαν τους Έλληνες την εποχή που έτρεχε η έρευνα; Όπως πάντα, οι Έλληνες δηλώνουν ανήσυχοι για τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στις ζωές τους -πιθανόν μια συνέπεια της συλλογικής εμπειρίας των δασικών πυρκαγιών και των ολοένα και συχνότερων και εντονότερων ακραίων καιρικών φαινομένων. Το 43,8% των Ελλήνων θεωρούν ότι η κλιματική αλλαγή “επηρεάζει αρνητικά τις ζωές τους σήμερα” και το 45,2% ότι “θα τις επηρεάσει αρνητικά στο μέλλον”. Κοιτάζοντας και τις προηγούμενες έρευνες βλέπουμε ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σταδιακή μετάβαση της πλειοψηφίας από τη δεύτερη προς την πρώτη απάντηση (η αντιστοιχία το 2018 ήταν 39,5% – 52,8%). Πάντως, διαχρονικά το ποσοστό των Ελλήνων που θεωρούν ότι η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί κίνδυνο παραμένει μονοψήφιο.

Ως προς την πανδημία, δε, η κοινωνία έχει κατασταλάξει σε μια ρεαλιστική προσέγγιση. Τον Φεβρουάριο του 2022 το 81,5% των ερωτηθέντων δήλωναν ότι έχουν κάνει έστω και μία δόση του εμβολίου κατά της Covid (στους ηλικίας άνω των 65 το ποσοστό ήταν 93,3%) ενώ λιγότερο από 10% δήλωναν ότι δεν πρόκειται να εμβολιαστούν. Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες, πια, θεωρούν ότι όσον αφορά την πανδημία η χώρα μας θα επανέλθει σε μια “φυσιολογική καθημερινότητα” κάποια στιγμή από το 2023 και μετά.

  1. Δικαιώματα & Κοινωνία
    Μία από τις σημαντικές αλλαγές που είδαμε στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια (και στο διάστημα που μεσολάβησε από το προηγούμενο “Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες”) ήταν το κίνημα #metoo και η εισαγωγή του θέματος της σεξουαλικής παρενόχλησης και της έμφυλης βίας στον δημόσιο διάλογο. Το 2022 το 87,8% των Ελλήνων θεωρούν ότι το πρόβλημα της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι “πολύ” ή “αρκετά” εκτεταμένο -από 64,2% που πίστευαν το ίδιο το 2018. Το ποσοστό αυτών που θεωρούν ότι είναι “πολύ εκτεταμένο”, μάλιστα, σε αυτό το διάστημα διπλασιάστηκε (από 25,6% σε 48,4%). Αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο συμφωνούν όλες οι κατηγορίες του πληθυσμού, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικού υπόβαθρου, γεωγραφικής θέσης, οικονομικής επιφάνειας ή άλλων κριτηρίων.

Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων (59,1%) πιστεύουν ότι πάντα υπήρχαν περιστατικά βίας κατά των γυναικών, αλλά τώρα αναδεικνύονται περισσότερο στον δημόσιο διάλογο -όμως ένα διόλου ευκαταφρόνητο 39,6% θεωρούν ότι σήμερα υπάρχει όντως αυξανόμενη τάση εμφάνισης τέτοιων περιστατικών.

Πάνω από 1 στους 4 Έλληνες κι Ελληνίδες δηλώνουν ότι έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά. Από αυτούς, οι 42,2% δηλώνουν ότι έχουν παρενοχληθεί από φίλους/γνωστούς ή συναδέλφους, το 11% από συγγενείς, το 24,6% από προϊσταμένους και το 40,5% από αγνώστους. Βεβαίως, η αναγωγή αυτών των ποσοστών στον γενικό πληθυσμό έχει μικρή αξία, καθότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που αφορά σχεδόν υπερτριπλάσιες γυναίκες από ό,τι άνδρες. Σχεδόν οι μισές Ελληνίδες δηλώνουν ότι έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά (43,4%) και το ίδιο δηλώνουν περίπου 1 στους 8 άνδρες (13,1%). “Η διπλή αυτή παραδοχή”, γράφει ο Π. Παναγιωτόπουλος, “της έμφυλης βίας ως στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας από τη μία και εμπειρίας της παρενόχλησης που έχει υποστεί κάποια γυναίκα -ή κάποιος άνδρας- αποτελεί ισχυρό σήμα τόσο της συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο κύμα νέας γυναικείας χειραφέτησης, όσο και μια σαφής τοποθέτηση της ατομικής αυτονομίας πάνω από κάθε προκατάληψη εθνικού καθωσπρεπισμού και κοινωνικής συμβατικότητας”.

Πλέον, το 2022 η πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύουν ότι πρέπει να επιτραπούν οι γάμοι μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών (51,7% συμφωνούν “μάλλον” και “σίγουρα ναι”). Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά από τότε που κάνουμε αυτή την ερώτηση στις έρευνές μας (2016). Ταυτόχρονα έχει αυξηθεί πολύ το ποσοστό των Ελλήνων που συμφωνούν και με την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια -από 23,2% το 2019 το ποσοστό το 2022 φτάνει στο 38,9%. Η πλειοψηφία, δε (60,2%), πλέον συμφωνεί και με τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου (από 48,1% το 2019). Και σε αυτά τα αποτελέσματα η ηλικία, η μόρφωση και το εισόδημα είναι παράγοντες που επηρεάζουν τις απαντήσεις. 2 στους 3 Έλληνες φοιτητές συμφωνούν με τον γάμο ομοφυλοφίλων. Σχεδόν 6 στους 10 συμφωνούν και με την τεκνοθεσία.

Το 2022 η πλειοψηφία των Ελλήνων εξακολουθούν να πιστεύουν ότι τα παιδιά των νόμιμων μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα πρέπει να λαμβάνουν την ελληνική υπηκοότητα (59,1%), ένα ποσοστό πάντως που έχει μειωθεί από το 75,2% του 2015. Και εδώ οι πολύ νέοι, οι φοιτητές, οι αριστεροί και οι πλούσιοι έχουν μεγαλύτερα ποσοστά -μόνο όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως δεξιοί/ακροδεξιοί διαφωνούν. Με την εξαίρεση της στάσης τους για τη λέξη “πρόσφυγας” που αναφέρθηκε παραπάνω, πάντως, στις υπόλοιπες ερωτήσεις που αφορούν το μεταναστευτικό, οι στάσεις των Ελλήνων παραμένουν έντονα αρνητικές. Το 64,1% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι η στάση της Ελλάδας στην αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών θα πρέπει να είναι “πιο αυστηρή” από ό,τι είναι σήμερα.

Στην κοινωνία του 2022, εξάλλου, σχεδόν όλοι οι Έλληνες (90,7%) πιστεύουν ότι “οι ποινές για πολύ σοβαρά εγκλήματα ή για εγκλήματα που αφήνουν σοβαρές και μόνιμες βλάβες” πρέπει να αυστηροποιηθούν.

Οι μισοί Έλληνες (51%), δε, εξακολουθούν να θεωρούν ότι η θανατική ποινή θα πρέπει να επανέλθει για ορισμένα εγκλήματα. Είναι ένα ποσοστό αντίστοιχο με αυτό που εμφανίζεται και σε άλλες χώρες. Βεβαίως, αξίζει να θυμίσουμε εδώ ότι η απαγόρευση της θανατικής ποινής είναι βασικός πυλώνας του ευρωπαϊκού κεκτημένου της ΕΕ, αλλά και μέρος της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αλλά η διαχρονική τοποθέτηση των ερωτηθέντων σε πολλές έρευνες και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες σε αντίστοιχα ερωτήματα με αυτό τον τρόπο είναι ένα εύρημα ενδεικτικό και χρήσιμο.

Τέλος, όταν ρωτήσαμε τους πολίτες να μας πουν ποια κατά τη γνώμη τους είναι τα 3 σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην Ελλάδα σήμερα, τρία ήταν αυτά που συγκέντρωσαν τις περισσότερες ψήφους του γενικού πληθυσμού, και τα τρία οικονομικής φύσεως: η ανεργία, οι χαμηλές αποδοχές και το αβέβαιο επαγγελματικό και ασφαλιστικό μέλλον. Αυτό είναι ένα αναμενόμενο εύρημα, αλλά το ενδιαφέρον είναι οι μικρές διαφορές που εμφανίστηκαν ανάμεσα στις απαντήσεις των ερωτηθέντων διάφορων ηλικιών. Οι ίδιοι οι νέοι ηλικίας 17-24 απάντησαν λίγο διαφορετικά: εκτός από την ανεργία και το αβέβαιο οικονομικό μέλλον, έβαλαν πολύ ψηλά στα προβλήματά τους και την “έλλειψη ευκαιριών” αλλά και την “κακή ψυχική υγεία”, την οποία ανάφερε το 38,9%. Στους ερωτηθέντες ηλικίας 25-39 την ψυχική υγεία την αναφέρει το 25%. Οι 65+ θεωρούσαν την ανεργία μεγάλο πρόβλημα των νέων σε ποσοστό 74,4%, αλλά την ψυχική υγεία την ανάφερε μόνο το 8,9%. Πρόκειται για ένα χάσμα αξιοσημείωτο.

  1. Ευρωπαϊκή Ένωση
    Μετά από ένα από ό,τι αποδείχτηκε πρόσκαιρο διάλειμμα -μέσα στην κορύφωση της κρίσης το 2016-, η αποτίμηση της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ επανήλθε στα διαχρονικά της επίπεδα: 2 στους 3 Έλληνες πιστεύουν ότι η αποτίμηση είναι θετική ή μάλλον θετική (64%) και μόνο 1 στους 3 διαφωνεί (34%). Η αποτίμηση της συμμετοχής της χώρας μας στην ευρωζώνη παραμένει επίσης θετική για την πλειοψηφία των πολιτών (60,1% έναντι 37,1%), και ακόμα περισσότεροι (74,6%) πιστεύουν ότι πρέπει να παραμείνουμε στη ζώνη του ευρώ, ενώ μόνο 28,3% πιστεύουν ότι “η χώρα μας θα πρέπει να αποχωρήσει από την ΕΕ”. Είναι ίσως αξιοσημείωτο το ότι 28,3% πιστεύουν ότι πρέπει να αποχωρήσουμε από την ΕΕ, αλλά μόνο 20,1% ότι πρέπει να αποχωρήσουμε από το ευρώ. Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιοι συμπολίτες μας θεωρούν ότι πρέπει να βγούμε από την ΕΕ, αλλά να κρατήσουμε το ευρώ.

    Όσον αφορά το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δε, οι πολίτες βλέπουν την εξέλιξή της με πολύ μεγαλύτερη αισιοδοξία από ό,τι την έβλεπαν το 2016. Τότε μόνο 1 στους 5 θεωρούσε ότι η ΕΕ θα γίνει “πιο ενωμένη ομοσπονδία κρατών” ή, έστω, θα συνεχίσει ως έχει. Σήμερα το 46,1% πιστεύουν ένα από αυτά τα δύο ενδεχόμενα. 1 στους 3 (34,5%) πιστεύει ότι “θα διασπαστεί, με κάποιες χώρες να αποχωρούν” (από 49,5% το 2016) και μόνο 11,8% ότι θα διαλυθεί (από 27,9% το 2016).

Εδώ ίσως αξίζει να σημειώσουμε ότι, αν και η φιλοευρωπαϊκή στάση είναι έντονη σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες του πληθυσμού, σχετικά πιο αρνητικές απόψεις για την ΕΕ εμφανίζονται ειδικά στην ηλικία 25-39, δηλαδή στους νέους που, όταν ξεκίνησε η οικονομική κρίση, ήταν 13-27 ετών. Το ποσοστό αυτών που πιστεύει ότι η χώρα “πρέπει να αποχωρήσει από την ΕΕ” είναι 41,2% έναντι 28,3% στον γενικό πληθυσμό -και έναντι 29,9% στην ηλικία 17-24. Και στις άλλες ερωτήσεις τα ποσοστά των 25-39 είναι ελαφρώς πιο “αντιευρωπαϊκά” από των υπόλοιπων ηλικιών.

Γενικά, αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι μετά από την κορύφωση της κρίσης των μνημονίων στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας η εικόνα της ΕΕ επανήλθε στα επίπεδα αποδοχής που είχε πριν από την κρίση. Από ό,τι φαίνεται -και καθώς το προηγούμενο “ΤΠΕ” δημοσιεύτηκε αμέσως πριν από την έναρξη της πανδημίας της Covid- η πανδημία δεν φαίνεται να είχε ούτε θετική ούτε αρνητική επίπτωση στις γενικότερες απόψεις των Ελλήνων για την ΕΕ (αν και 56,5% των ερωτηθέντων εκτίμησαν ότι “ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα της αντιμετώπισης της πανδημίας” ήταν “θετικός” ή “μάλλον θετικός”). Απομένει να αποδειχτεί το αν ο πόλεμος στην Ουκρανία θα τις επηρεάσει περισσότερο και, αν ναι, προς ποια κατεύθυνση.

Βεβαίως, όπως ξέρουμε η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος. Υπάρχουν πολλοί τομείς πολιτικής στους οποίους δεν έχει καμία αρμοδιότητα και στους οποίους τα πάντα αποφασίζονται αποκλειστικά από κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά, όπως για παράδειγμα στα θέματα της παιδείας, της υγείας, της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής. Ρωτήσαμε τους πολίτες αν θα πίστευαν ότι σε αυτά τα θέματα θα έπρεπε, αντίθετα, να αναλάβει περισσότερες αρμοδιότητες η ΕΕ και να πάψουν να είναι στην αποκλειστική ευχέρεια του κάθε κράτους-μέλους. Η απάντηση ήταν ένα ηχηρό “ναι σε όλα”, με πολύ υψηλά ποσοστά. Και μάλιστα, στην έρευνα του Μαρτίου ήταν όλα ελαφρώς αυξημένα σε σχέση με την έρευνα του Φεβρουαρίου. “Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης”, γράφει ο Θ. Γεράκης στην έκθεσή του, “είναι αυτό που φαίνεται να επιθυμεί η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων”.

  1. Ιδεολογία & Θρησκεία
    Τα τελευταία χρόνια η διαΝΕΟσις έχει ασχοληθεί πολύ με τις μεγάλες -και αναπόφευκτες- δημογραφικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Το 2019, λοιπόν, προσθέσαμε στο ΤΠΕ λίγες ερωτήσεις για το θέμα. Όπως τότε, έτσι και το 2022 οι ερωτηθέντες δήλωσαν πως έχουν κατά μέσο όρο 1,38 παιδιά -μέσος όρος που είναι αρκετά κοντά και στον αληθινό δείκτη γονιμότητας στη χώρα μας. Στην ερώτηση, ωστόσο, “ιδανικά, πόσα παιδιά θα θέλατε να κάνετε”, το νούμερο το 2022 ήταν 2,6 (από 2,8 το 2019). Δύο χρήσιμα επιμέρους στοιχεία εδώ: Η ηλικιακή κατηγορία που δηλώνει ότι θα ήθελε να έχει τα περισσότερα παιδιά είναι οι 65+ και το 14,9% των νέων ηλικίας 17-24 δηλώνουν ότι δεν θέλουν να κάνουν κανένα παιδί.

Κατά τα άλλα, το 78,7% των Ελλήνων δηλώνουν πως πιστεύουν στον Θεό -ένα ποσοστό υψηλό και διαχρονικά λίγο-πολύ σταθερό. Ωστόσο, το 34,2% των νέων ηλικίας 17-24 και το 21% των ηλικίας 25-39 δηλώνουν ότι δεν πιστεύουν.

Όταν τους ζητήσαμε να βαθμολογήσουν “πόσο κοντά στη θρησκεία” αισθάνονται, σε μια κλίμακα από 1 έως 10, ο μέσος όρος που προέκυψε από τις βαθμολογίες των πολιτών το 2022 ήταν 6,25. Το 2019, ωστόσο, ο μέσος όρος ήταν στο 6,4. Το 2018 ήταν στο 6,6. Και εδώ η ηλικία είναι καθοριστικός παράγοντας, με τους νέους να δηλώνουν σε πολύ μικρότερα ποσοστά “κοντά στη θρησκεία” από ό,τι οι μεγαλύτεροι.

Εξάλλου, στην ερώτηση “όταν η επιστήμη και η θρησκεία συγκρούονται, ποιος πιστεύετε ότι έχει δίκιο” μόνο 10% απαντούν “η θρησκεία”, ενώ στην ερώτηση για το αν οι ιερείς θα πρέπει να πληρώνονται από το Δημόσιο ή από πόρους της Εκκλησίας, το 68% απαντούν “από πόρους της Εκκλησίας”. Ίσως έχει ενδιαφέρον το ότι ο αριθμός των πολιτών που δηλώνουν ότι δεν πηγαίνουν “ποτέ” στην εκκλησία έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2018 (19,5% από 10,2%), ένα αποτέλεσμα που ενδέχεται να σχετίζεται με την πανδημία.

Ιδεολογικά, όπως ίσχυε και τα τελευταία χρόνια, ο χαρακτηρισμός που πιστεύουν οι περισσότεροι Έλληνες ότι τους ταιριάζει είναι ο “φιλελευθερισμός” (18,9%). Μια αλλαγή σε αυτό το θέμα έχει προκύψει στον δεύτερο δημοφιλέστερο χαρακτηρισμό: η “σοσιαλδημοκρατία” έχει υποχωρήσει στην τρίτη θέση πλέον (14,1%) με τη θέση της να έχει καταλάβει το “κανένα από αυτά” (17%). Στους νέους ηλικίας 17-39, το “κανένα από αυτά” είναι η πρώτη επιλογή.

Πηγή: διαΝΕΟσις