--C Αθήνα

Τα Συναισθήματα Των Ελλήνων Σήμερα: Διαπιστώσεις Και Αναδιατυπώσεις

©Τα Συναισθήματα Των Ελλήνων Σήμερα – Flickr

Ηεισβολή του κορωνοϊού στη ζωή μας και η έλευση της πανδημίας μας έφεραν αντιμέτωπους με πρωτόγνωρες καταστάσεις και πρωτοφανείς ανατροπές. Aνατροπές στον προσωπικό, διαπροσωπικό, οικογενειακό και επαγγελματικό τομέα, ανατροπές στις πιο απλές βεβαιότητες της ζωής. Ανατροπές που δεν μπορεί παρά να αφήνουν ένα αποτύπωμα τόσο σε ατομικό-ενδοψυχικό όσο και σε συλλογικό-κοινωνικό επίπεδο.

Ένα ψυχολογικό αποτύπωμα που σε ατομικό επίπεδο, εάν το μεταφράσουμε σε συναισθήματα σημαίνει άγχος, φόβο και πανικό, αγωνία για το αύριο και ανησυχία για το σήμερα, αβεβαιότητα και ανασφάλεια, θλίψη και απογοήτευση, ελπίδα και ματαίωση, εντέλει κόπωση και κατάθλιψη.

Σε συλλογικό επίπεδο μπορούμε να μιλάμε για ένα βαθύ συλλογικό ψυχικό τραύμα αλλά και για ένα “τσουνάμι ψυχικών διαταραχών” που πολλοί επισημαίνουν ότι έρχεται, ενώ σε ένα επίπεδο συστημικό μπορούμε να μιλάμε για κόπωση και εξάντληση των υπηρεσιών υγείας αλλά και των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Διεθνώς, διάφορες μελέτες έχουν προσπαθήσει να αποτυπώσουν την επίδραση της πανδημίας στην ψυχική υγεία του γενικού πληθυσμού, κυρίως σε σχέση με την επικράτηση του στρες και των κοινών ψυχικών διαταραχών, του άγχους δηλαδή και της κατάθλιψης. Μετα-αναλύσεις της διεθνούς βιβλιογραφίας, δευτερογενείς μελέτες δηλαδή που έχουν συγκεντρώσει στοιχεία από όλες τις σχετικές (πρωτογενείς) έρευνες υπολογίζουν τη συγκεντρωτική επικράτηση της κατάθλιψης να κυμαίνεται από 16%1 έως 34%,2 της διαταραχής γενικευμένου άγχους από 15%1 έως 32%2 και της διαταραχής μετατραυματικού στρες από 22%1 έως 33%.3 Τα ποσοστά αυτά είναι σαφώς υψηλότερα από τα αντίστοιχα πριν από την εμφάνιση της πανδημίας.

Στην Ελλάδα, έρευνα4 του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΕΚΠΑ, της Γ’ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ και του Ινστιτούτου Πολιτικής Υγείας σε τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού πληθυσμού υπογράμμιζε τα υψηλά ποσοστά κατάθλιψης ήδη από την έναρξη της πανδημίας. Ειδικότερα, το 21,2% του πληθυσμού βρέθηκε να πάσχει από κατάθλιψη μέτριου προς αρκετά σοβαρού βαθμού, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για το στρες και το άγχος ήταν 12,7% και 15,1%. Σε αντίστοιχη μελέτη που διενεργήθηκε ένα χρόνο αργότερα με την υποστήριξη του Breathe -μια πρωτοβουλία ψυχικής υγείας- από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας, Νευροεπιστημών και Ιατρικής Ακριβείας “Κώστας Στεφανής” και το Ινστιτούτο Πολιτικής Υγείας, ακολουθώντας την ίδια ακριβώς μεθοδολογία, αλλά αντλώντας διαφορετικό δείγμα από τον ελληνικό πληθυσμό, βρέθηκε αξιοσημείωτη επιδείνωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού: 22,5% βρέθηκε να πάσχει από στρες μέτριου προς αρκετά σοβαρού βαθμού, 26,4% από άγχος και 29% από κατάθλιψη. Παρατηρείται δηλαδή αύξηση της τάξεως του 77% για το στρες, 74% για το άγχος και 37% για την κατάθλιψη, που ήταν ιδιαίτερα υψηλά ούτως ή άλλως.

Η πανδημία όμως δεν περιορίστηκε μόνο στην ψυχική υγεία αλλά επηρέασε και συναφείς τομείς. Φαίνεται να γέννησε άλλες πανδημίες, κρυφές και υπόγειες ή να γιγάντωσε άλλου τύπου κοινωνικά υποκείμενα νοσήματα: βία σε όλες της τις μορφές (ενδοοικογενειακή, έμφυλη, οπαδική), χρήση ψυχοφαρμάκων, ζωή στην εικονική πραγματικότητα, εξαρτήσεις, νέες μορφές κοινωνικού στιγματισμού, αύξηση της παραβατικότητας και των διαταραχών συμπεριφοράς.

Ας μην ξεχνάμε ότι στη χώρα μας στις αρχές του 2019 που ξέσπασε η πανδημία μόλις είχαμε βγει από την υπερδεκαετή οικονομική κρίση που απείλησε την οικονομική, την επαγγελματική και την  ψυχική μας υπόσταση, μια κρίση που συνοδεύτηκε από απώλειες οικονομικές, αλλά και απώλειες ψυχικές, “απώλειες προοπτικής”. Έτσι εξηγείται πιθανώς και το αρκετά υψηλό ποσοστό κατάθλιψης που ανιχνεύθηκε στον γενικό πληθυσμό κατά την έναρξη της πανδημίας. Αξίζει να σημειωθεί πως συγκλίνοντα ευρήματα στοιχειοθετούν πως η εντεινόμενη οικονομική κρίση οδήγησε στην αύξηση των αυτοκτονιών αλλά κυρίως στην αύξηση της επικράτησης της κατάθλιψης στον γενικό πληθυσμό.5 Ειδικότερα, το ποσοστό του πληθυσμού που βρέθηκε να πάσχει από κλινική κατάθλιψη το 2008 ήταν 3,3%, ενώ το 2013 έφτασε στο 12,3%. Η κατάθλιψη άλλωστε είναι αλληλένδετη με τις απώλειες, πραγματικές ή συμβολικές. Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης οι απώλειες ήταν κυρίως οικονομικές, με τις συνεπαγόμενες συνέπειές τους στον ψυχικό και συναισθηματικό τομέα, ενώ στην περίοδο της πανδημίας αφορούν στην απώλεια της υγείας, στην απώλεια της ζωής με το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας αλλά και στην απώλεια της ελευθερίας και της κανονικότητας.

Έτσι, δύο χρόνια πριν, σε μια χρονική στιγμή που αρχίσαμε να παίρνουμε τις πρώτες δειλές ανάσες ανακούφισης από την οικονομική ύφεση, αναγκαστήκαμε να διαπραγματευτούμε για δεύτερη φορά τις αντοχές μας και τις δυνάμεις της προσαρμοστικότητάς μας. Στην κρίση που προκάλεσε η πανδημία, με τον χαρακτήρα ενός απόλυτου και βίαιου αιφνιδιασμού, απειλήθηκε η ίδια μας η ζωή με την ενθύμηση του θανάτου και της προσωρινότητας από τη μία και την κατακρήμνιση “του αισθήματος παντοδυναμίας” από την άλλη να μην αφήνουν περιθώρια αντίδρασης και οποιασδήποτε θετικής αναπλαισίωσης.

Και σήμερα, 2 χρόνια μετά την έναρξη της πανδημίας, η συνεχιζόμενη έκθεση στην απειλή του ιού και των μεταλλάξεών του και η διαρκής “εξοικείωση” με τον θάνατο αλλά και με τα συνεχιζόμενα οικονομικά προβλήματα πολλαπλασιάζουν την ευαλωτότητα του ψυχισμού απέναντι στην ψυχική δοκιμασία και δεν μπορεί παρά να επηρεάζουν τα συναισθήματα των Ελλήνων.

Τα συναισθήματα στην έρευνα της διαΝΕΟσις “Τι Πιστεύουν οι Έλληνες”

Όπως δείχνουν τα στοιχεία του Α’ μέρους της έρευνας της διαΝΕΟσις που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 2022 (ερώτηση A9), το δημογραφικό (32,4%), οι σχέσεις με την Τουρκία (23,5%) και η οικονομική κατάσταση της χώρας (18,4%) αποτελούν τις μείζονες απειλές για το μέλλον των Ελλήνων, με τους νεότερους από 17-39 ετών να βλέπουν την οικονομική κατάσταση ως τη μεγαλύτερη απειλή, χωρίς τα ευρήματα να αλλάζουν δραματικά όταν δίνεται η δυνατότητα των 2 επιλογών. Χαρακτηριστικά όμως, στη διαχρονική αποτύπωση των ευρημάτων από την ερώτηση που δίνει τη δυνατότητα 2 επιλογών η οικονομική κατάσταση φαίνεται να απασχολεί πολύ υψηλότερο ποσοστό το 2022 (39,6%) σε σχέση με το 2019 (22,4%). Ειδικά δε για τους νέους, φαίνεται η ανεργία, οι χαμηλές αποδοχές, το αβέβαιο μέλλον, η έλλειψη ευκαιριών και το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα να είναι από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, ενώ πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο ότι ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό της τάξης του 16,8% δηλώνει ότι η κακή ψυχική υγεία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δυσκολίες.

Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι τα συναισθήματα που διακατέχουν πιο έντονα σήμερα τον Έλληνα και την Ελληνίδα είναι η ανασφάλεια και η απογοήτευση, ενώ ακολουθούν ο θυμός και η αισιοδοξία. Σε μια διαχρονική σύγκριση ανάμεσα στο 2019 και το 2022, φαίνεται ότι η ανασφάλεια, η απογοήτευση και ο θυμός διακατέχουν πιο πολύ τους Έλληνες του 2022, ενώ χαρακτηριστικά η αισιοδοξία είτε ως πρώτη επιλογή είτε στο πλαίσιο των δύο επιλογών, να έχει μειωθεί σημαντικά. Επίσης φαίνεται ότι έχει σημαντικά αυξηθεί η απογοήτευση σε 28,5% το 2022 από 19,3% που ήταν το 2019, ενώ όταν δίδεται η δυνατότητα των 2 συναισθηματικών επιλογών, το 2022 προβάλλει πολύ πιο έντονα η ανασφάλεια σε ποσοστό 45,8% από 38% το 2019, η απογοήτευση σε 45,3% από 27,2% και ο θυμός σε 29,8% από 17,4%, ενώ έχει μειωθεί αξιοσημείωτα η αισιοδοξία από 30% το 2019 σε 19,2% το 2022. Χαρακτηριστικό είναι ότι αναφορικά με τα αρνητικά συναισθήματα της ανασφάλειας και της απογοήτευσης, αυτοί που έχουν το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και οι γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά, δύο πληθυσμιακές υπο-ομάδες που έχουν περισσότερες δυσκολίες στον τομέα της εργασίας συγκριτικά με τα άτομα υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου και τους άνδρες. Στην ίδια γραμμή σκέψης, που αφορά στην εργασιακή ανασφάλεια, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ιδιωτικών υπαλλήλων που ενώ διακατέχονται από υψηλότερα ποσοστά ανασφάλειας, ως προς την απογοήτευση παρουσιάζουν τα ίδια επίπεδα με τις άλλες επαγγελματικές κατηγορίες, σαν να λες ότι αυτοί που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα “δεν έχουν δικαίωμα” να νιώθουν απογοήτευση, σαν να πρέπει να παραμένουν δυνατοί και να δουλεύουν.

Αναφορικά με τον θυμό, οι άνδρες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά, κάτι που θεωρείται αναμενόμενο, καθώς ο θυμός συναρτάται με τα χαρακτηριστικά του ανδρικού φύλου. Παράλληλα, αυτοί που είναι 55-64 ετών, δηλαδή κοντά στη σύνταξη, διακατέχονται από περισσότερο θυμό, σαν να νιώθουν εγκλωβισμένοι, χωρίς “περιθώρια ανασύνταξης” και προοπτικών, σαν “η εποχή” να μην τους εμπεριέχει και να μην τους δείχνει δρόμους ή άλλους τρόπους για να αντιδράσουν. Ο θυμός είναι ένα συναίσθημα που έχει ίδιες ρίζες με την απελπισία, μια απελπισία όμως που στρέφεται προς τα “έξω” (εξωστρεφόμενη απελπισία), ενώ η αυθεντικά αναφερόμενη απελπισία, που συνήθως στρέφεται προς τα “έσω”, προς τον ίδιο τον εαυτό, παίρνει περισσότερο χαρακτηριστικά καταθλιπτικής διεργασίας. Όταν δίδεται η δυνατότητα 2 επιλογών, ο θυμός αναφέρεται σε υψηλά ποσοστά ειδικά για τις ηλικιακές κατηγορίες 25-39 και 55-64 αλλά και από τις γυναίκες, ειδικά αυτές που ασχολούνται με τα οικιακά, τους επιστήμονες και τους επιχειρηματίες.

Εκτός όμως από τα αρνητικά συναισθήματα της ανασφάλειας, της απογοήτευσης και του θυμού ως αρνητικής έκφρασής τους, πρέπει να αναφερθούμε και στα θετικά, ειδικά της αισιοδοξίας και της αυτοπεποίθησης. Αναφορικά με την αισιοδοξία, τα παρατηρούμενα στην έρευνα επίπεδα είναι χαμηλά, όμως οι άνδρες και αυτοί που είναι στο ηλικιακό φάσμα 40-54 αλλά και οι επιστήμονες, οι επιχειρηματίες και όσοι έχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα που τους ανοίγει προοπτικές στη ζωή τους φαίνονται πιο αισιόδοξοι. Παρ’ όλα αυτά, όταν δίδεται το δικαίωμα των 2 επιλογών στην αναφορά των συναισθημάτων, υψηλά ποσοστά που ξεπερνούν το 39% αυτών που έχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα εμφανίζουν απογοήτευση και ανασφάλεια ή και θυμό (μεγαλύτερο του 30%), εύρημα που δείχνει ότι ακόμα και οι υψηλές “εκπαιδευτικές περγαμηνές” δεν είναι αρκετές για να εξασφαλίσουν ένα μέλλον και μια ποιότητα ζωής έτσι όπως θα είχε ο καθένας ονειρευτεί και επενδύσει. Το ίδιο παρατηρείται και σε αυτούς που έχουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Αναφορικά με την αυτοπεποίθηση, τα επίπεδα στο σύνολό τους είναι πολύ χαμηλά, με τους άνδρες όμως, ως εκ των χαρακτηριστικών του φύλου τους αλλά και ως εκ της κοινωνικής τους θέσης ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα του 2022, να διατηρούν υψηλότερα επίπεδα από τις γυναίκες. Αυτονόητο, αυτοί που έχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι σε σχέση με τους ιδιωτικούς και οι επιχειρηματίες σε σχέση με τις άλλες επαγγελματικές κατηγορίες να εκφράζουν υψηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης.

Σε αυτό το σημείο, ενδιαφέρον έχουν οι απαντήσεις σε σχέση με το τέλος της πανδημίας, έτσι όπως αποκαλύπτονται από την ερώτηση “Όσον αφορά την πανδημία, πότε εκτιμάτε ότι θα επανέλθουμε σε μια φυσιολογική καθημερινότητα;”. Το μεγαλύτερο ποσοστό φαίνεται όχι μόνο να μη βλέπει σύντομη επάνοδο, αλλά να τη βλέπει μέσα ή και αργότερα από το 2023 με πάνω από τους μισούς (51,6%) να βλέπουν τη λύση μέσα στο 2023 ή και ακόμη αργότερα, και μόνο το 20% να βλέπει την επάνοδο νωρίτερα, μέχρι το τέλος του 2022. Φαίνεται λοιπόν ότι η απαισιοδοξία είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί στις εκτιμήσεις για την επάνοδο σε μια φυσιολογική, εκτός πανδημίας, καθημερινότητα. Η απαισιοδοξία αυτή είναι πιο χαρακτηριστική στις γυναίκες, στους νέους 17-24 και 25-39, τους πλέον μορφωμένους, τους επιστήμονες, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιχειρηματίες, μεγάλες δηλαδή κατηγορίες πληθυσμού με όχι απαραίτητα κοινά χαρακτηριστικά. Αυτά είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν ένα διάχυτο γκρίζο σύννεφο στον ουρανό της Ελλάδας των αρχών του 2022, για τη χρονική τουλάχιστον έκβαση του προβλήματος της πανδημίας. Ωστόσο, θα μπορούσε αυτή η απαισιοδοξία να αντανακλά και μια ρεαλιστική διάθεση. Αξίζει πάντως να πούμε ότι στη χρονική στιγμή διεξαγωγής της έρευνας, ακόμη εν μέσω πανδημίας, στην ερώτηση “όταν η επιστήμη και η θρησκεία συγκρούονται, ποιος από τους 2 πιστεύετε ότι έχει δίκιο;” η επιστήμη (60,6%) φαίνεται να νικά συγκριτικά με τη θρησκεία (10%).  

Γιατί έχει νόημα να μετράμε τα συναισθήματα;

Τα συναισθήματα αναφέρονται σε μια βασική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, τη συναισθηματική λειτουργία, αυτήν που καθορίζει την ψυχική διάθεση του ανθρώπου και υποκινεί ένα ευρύ φάσμα επεξεργασιών στον ανθρώπινο οργανισμό, που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και έκφραση της συμπεριφοράς.

Τα συναισθήματα προσδιορίζουν την έκλυση νοητικών λειτουργιών που με τη σειρά τους έχουν την ικανότητα να οδηγούν τους ανθρώπους σε ενέργειες, δράσεις και έκδηλες συμπεριφορές που τους βοηθούν στην αντιμετώπιση του οποιουδήποτε συγκεκριμένου συναισθήματος π.χ. το συναίσθημα του φόβου μπορεί να κινητοποιήσει νοητικές διεργασίες και να προκαλέσει μια συμπεριφορά αποφυγής ή μια συμπεριφορά επίλυσης.

Τα συναισθήματα αποτελούν ένα πρότυπο απαντητικότητας σε εσωτερικά ή και εξωτερικά ερεθίσματα και μέσα από την ενεργοποίηση ποικίλων νευρωνικών κυκλωμάτων προσδιορίζουν, ελέγχουν ή κινητοποιούν και ενισχύουν ανάλογα προληπτικές ή προσαρμοστικές συμπεριφορές ή δημιουργούν ξεχωριστούς τρόπους δράσης.

Τα συναισθήματα, από πλευράς ποιοτικών χαρακτηριστικών, προσδιορίζονται ως θετικά ή αρνητικά, ευχάριστα ή δυσάρεστα με τεράστια ποικιλία όμως αποχρώσεων και διαβαθμίσεων.

Ανάλυση συναισθημάτων και πανδημία

Την περίοδο της πανδημίας κινητοποιήθηκε το ενδιαφέρον των ερευνητών για την ανάλυση των συναισθημάτων, αξιοποιώντας τη μέθοδο ανάλυσης του περιεχομένου των μηνυμάτων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου ως κύρια πηγή δεδομένων επιλέχθηκε το Twitter. Έτσι, σε μια έρευνα των Boon-Itt και Skunkan του 2020,6 έγινε ανάλυση των συναισθημάτων των χρηστών του Twitter αναφορικά με την πανδημία, εμπλουτίζοντας τα ευρήματα μέσω του σαφούς προσδιορισμού αρνητικών και θετικών θεμάτων για την Covid-19. Η ανάλυση συναισθημάτων έδειξε ότι το 22,12% των tweets περιείχαν θετικά συναισθήματα, ενώ το 77,88% περιείχαν αρνητικά συναισθήματα, αναδεικνύοντας έτσι τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες του Twitter βίωσαν το πλήγμα του κορωνοϊού σε όλους τους τομείς της ζωής τους.

Σε μια άλλη έρευνα,7 πάλι μέσω μελέτης των tweets, όταν ανακοινώθηκε επίσημα η Covid-19 ως πανδημία, κυριάρχησαν τα αρνητικά συναισθήματα τα οποία έδειξαν μια τάση επιδείνωσης όσο η πανδημία συνεχιζόταν και ο αριθμός των κρουσμάτων και των θανάτων αυξανόταν. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι πάνω από τα μισά tweets που δημοσιεύτηκαν παγκοσμίως καθοδηγούνταν από τρία συναισθήματα, τον φόβο, την εμπιστοσύνη και την προσμονή, από τα οποία τα tweets που εξέφραζαν το συναίσθημα του φόβου περιλάμβαναν περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών tweets που αναλύθηκαν. Μετά το συναίσθημα του φόβου ακολουθούσε το συναίσθημα της εμπιστοσύνης, το οποίο έδειχνε ότι οι άνθρωποι ανυπομονούσαν να αναρρώσουν με τη βοήθεια της ιατρικής ή ανυπομονούσαν για πληροφορίες από ειδικούς. Ομοίως, το συναίσθημα της προσμονής συνδέθηκε με το 15,16% των tweets, γεγονός που αποκάλυψε τα θετικά συναισθήματα των ανθρώπων και την ανάγκη για ελπίδα και αισιοδοξία.

Αντίστοιχα, μια ενδιαφέρουσα ελληνική έρευνα8 που είχε ως σκοπό τη διερεύνηση και την ανάλυση των συναισθημάτων κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με την αξιοποίηση του Twitter ως πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης, έδειξε επικράτηση των αρνητικών συναισθημάτων στην αρχή της πανδημίας και μετατόπισή τους σε πιο θετικά αργότερα.

Επί των ευρημάτων…

Είναι αδιαμφισβήτητο πως η πανδημία έχει επιφέρει αρνητικές ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στον πληθυσμό, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα. Στη χώρα μας ωστόσο, η έναρξη της πανδημίας μας βρήκε ήδη επιβαρυμένους από την οικονομική κρίση που είχε προηγηθεί και η οποία χαρακτηριζόταν εξίσου από ανατροπές, αστάθεια, ανασφάλεια και συμβολικές απώλειες. Η πανδημία ωστόσο μας ταρακούνησε πιο συθέμελα και μας έφερε αντιμέτωπους με πιο πρωτόγονες απειλές, όπως είναι η απώλεια της ζωής και η έννοια του θανάτου, ενεργοποιώντας αρχέγονους φόβους, ένστικτα και τραύματα που δεν είχε αγγίξει η προηγούμενη κρίση.

Σε αυτή τη βάση, η ενεργοποίηση των συναισθημάτων αυτή καθαυτή αποτέλεσε μια θετική διέξοδο. Τα συναισθήματα είναι αυτά που οργανώνουν την ψυχική μας ζωή και δίνουν μορφή στα σωματικά μας βιώματα. Αν τα συναισθήματα έμεναν αδιαμόρφωτα και αδιαφοροποίητα, θα έπρεπε να βρουν άλλη δίοδο για να εκφορτιστούν, με τρόπο πιο άμεσο και ορμητικό, με πράξεις ή σωματικές ασθένειες, ακολουθώντας έτσι τον δρόμο της σωματοποίησης.

Τα συναισθήματα είναι αναπόφευκτα θετικά και αρνητικά, όπως κάθε εμπειρία της ζωής. Στον ελληνικό πληθυσμό κυριαρχεί μέσα στα χρόνια η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα, συναισθήματα που αποτελούν ένα βασικό συστατικό της εσωτερικής ζωής αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται ταυτόσημα με το άγχος ή την κατάθλιψη, που αποτελούν διακριτές νοσολογικές οντότητες με πλήθος συμπτωμάτων και χαρακτηριστικών. Είναι σημαντικό επίσης να αποσαφηνιστούν οι διαφορές ανάμεσα στο άγχος και το στρες. Με τον όρο στρες εννοούμε την αίσθηση της έντασης, τη νευρικότητα, τη δυσκολία να χαλαρώσει κανείς. Το στρες είναι μια κατάσταση εγρήγορσης στην οποία βρισκόμαστε όταν έρθουμε αντιμέτωποι με μια απειλή. Αποτελεί δηλαδή μια πρώτη, άμεση και ενστικτώδη αντίδραση σε μια αντικειμενική απειλή. Το στρες δεν είναι άγχος και τα δύο δεν πρέπει να ταυτίζονται. Για να εκδηλωθεί άγχος -το οποίο αφορά στην αντιλαμβανόμενη απειλή, υποκειμενική απειλή θα τη λέγαμε- πρέπει ο στρεσογόνος παράγοντας “να κουμπώσει” σε κάτι εσωτερικό, να συναρτηθεί με μια εσωτερική υποκειμενική εμπειρία. Πρέπει η αντικειμενική απειλή να συναντήσει την υποκειμενική και την εσωτερική νοητική αντιπροσώπευσή της. Πολλοί άνθρωποι βιώνουν στρες, αλλά λόγω ψυχικής ανθεκτικότητας που πιθανόν διαθέτουν δεν εκδηλώνουν κλινικό άγχος. Αντίθετα, πολλοί έχουν κλινικό άγχος χωρίς να υπάρχει αντικειμενικό απειλητικό ερέθισμα (στρες). Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις μέσα στην πανδημία το στρες μπορεί να αποτελέσει προστάδιο του άγχους και να ενεργοποιήσει εσωτερικούς μηχανισμούς με αποτέλεσμα η αντίδραση σ’ αυτό να γίνει βαθύτερη. Στην περίπτωση του κλινικού άγχους, η αίσθηση υπερέντασης και νευρικότητας, που εμφανίζεται και στην περίπτωση του στρες, πρέπει να έχει διάρκεια, βάθος και να επιβαρύνεται από άλλα συμπτώματα, όπως αίσθηση πανικού, ψυχοσωματικά συμπτώματα, διαταραχές στον ύπνο, συνεχείς σκέψεις, διάχυτο φόβο ή φόβο που να σχετίζεται με την έκθεση σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Τότε μόνο μπορούμε να δώσουμε την επιστημονική διάσταση του κλινικού άγχους.

Αντίστοιχα, η κατάθλιψη δεν είναι απλά μια αίσθηση θλίψης, απαισιοδοξίας και απογοήτευσης αλλά επηρεάζει και άλλους τομείς της ζωής και της εικόνας του εαυτού. Αυτομομφή, η αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει νόημα, ένα βραχυκύκλωμα της δυνατότητας του ψυχισμού να αντλεί ευχαρίστηση από διάφορες πτυχές της ζωής του, η αίσθηση κενού και ματαιότητας, ένα αίσθημα απαξίας και ενοχής, η απελπισία, η αβοηθητότητα είναι συμπτώματα που σηματοδοτούν την κλινική κατάθλιψη.

Αυτές οι αποσαφηνίσεις είναι απαραίτητες για να αναλυθούν και να ερμηνευθούν σωστά τα ευρήματα της έρευνας της διαΝΕΟσις. Έτσι τα επικρατούντα συναισθήματα που παίρνουν τον χρωματισμό της ανασφάλειας, της απαισιοδοξίας και της απογοήτευσης μπορούν να ερμηνευτούν ως μέρος μιας καταθλιπτικής διεργασίας και προειδοποιητικά σημάδια μιας ψυχικής νόσου, αλλά μπορούν να ερμηνευτούν και ως ενεργητικές προσπάθειες του ψυχισμού να προσαρμοστεί και να μεταβολίσει τις αντιξοότητες.

Τα ζητήματα όμως είναι πολύπλοκα και πολυπαραγοντικά, τα ερωτήματα που αναδύονται συχνά είναι αμφίσημα και δεν οδηγούν εύκολα σε απαντήσεις απτές, σαφείς και ευκρινείς.

Έτσι τα αρνητικά συναισθήματα που ανέδειξε η έρευνα σημαίνουν σημάδια μιας φθίνουσας ψυχικής υγείας ή είναι ενδείξεις μιας καλύτερης προσαρμογής στις δυσκολίες της πραγματικότητας, όπου το άτομο βλέπει τα πράγματα αντικειμενικοποιημένα, χωρίς εγκλωβισμούς σε αυταπάτες και αυτοπαγιδεύσεις;

Μήπως η απογοήτευση ακολουθεί μια ρομαντική-ιδεαλιστική διάθεση; Ότι η πανδημία θα περάσει σύντομα; Ότι τα εμβόλια θα βάλουν τέλος στην πανδημία; Ότι αφού περάσαμε μια τόσο βαριά και μακρόχρονη οικονομική κρίση, οι κακές ημέρες πέρασαν και δικαιούμαστε να μας έρθουν τα πράγματα καλά;

Είναι η αισιοδοξία και η ελπίδα αυτοσκοπός ή το μέσο για μια καλύτερη ζωή; Ελπίζουμε για να ελπίζουμε; Ή ελπίζουμε και δρομολογούμε έναν τρόπο για να είμαστε καλύτερα και να ζούμε καλύτερα; Ελπίζουμε ότι μια μέρα θα έρθει το τέλος της πανδημίας και θα επανέλθουμε στην κανονικότητα; Ή έχουμε αποδεχθεί ότι δεν θα επανέλθουμε ποτέ σε αυτή την κανονικότητα και δεδομένων των περιορισμών που βάζει η νέα πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής, του κορωνοϊού, του προσφυγικού και του πολέμου, κινούμαστε ενεργητικά, συνειδητοποιημένα και ρεαλιστικά για μια πιθανά καλύτερη πορεία;

Ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν από τον καθένα μας χωριστά με τρόπο αναστοχαστικό, ούτως ώστε να μπορέσουν να αποτελέσουν εφαλτήριο μιας διαδικασίας αλλαγών, εσωτερικών και εξωτερικών, ατομικών και συλλογικών με επανορθωτικό και εποικοδομητικό αντίκτυπο για την επόμενη ημέρα.

Αντί επιλόγου

Οαντίκτυπος στην επόμενη ημέρα θα έχει θετικό πρόσημο μόνο αν γίνει μια “άλλη ανάγνωση” και “αναδιατύπωση” της περιπέτειας. Το στοίχημα είναι να “διαβάσουμε” τις μαζικές τραγωδίες σωστά, να διδαχθούμε πώς να μετριάσουμε τις συνέπειές τους στο μέλλον και να αποτρέψουμε τα συμπτώματα να γίνουν παθολογία και ειδικά ψυχική παθολογία. Να αποτρέψουμε την εσωτερίκευση του τραύματος με όλα τα συνεπαγόμενά της στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Η ιστορική εμπειρία αναφορικά με τις ψυχικές συνέπειες που αφήνει πίσω της μια μαζική καταστροφή, μαρτυρά ότι ως είδος είμαστε ανθεκτικοί και ευπροσάρμοστοι. Έτσι το συλλογικό ψυχικό τραύμα που άφησε και αφήνει η Covid-19 μπορεί να μαλακώσει. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι η πανδημία δεν θα αφήσει μόνο απώλειες, τραύματα και αρνητικά συναισθήματα.

Ως σημαντικό κέρδος και κληροδότημα θα μπορούσε να καταχωρηθεί ότι η επιστήμη ξαναβρήκε συμβολικά, ουσιαστικά και πρακτικά την αξία που της αρμόζει. Η ιατρική ξαναβρήκε την ανθρωπιά της, η έρευνα και η επιστημονική γνώση συναντήθηκαν με τη φροντίδα και το νοιάξιμο για τον άνθρωπο που πάσχει.

Ένα θετικό αποτύπωμα, διδάγματα και προκλήσεις μπορούν σιγά σιγά να αρχίσουν να προβάλουν.

Σε ατομικό επίπεδο ένας επαναπροσδιορισμός των εννοιών της επίγνωσης εαυτού και της ατομικής ευθύνης, της ατομικής ευαλωτότητας και αδυναμίας, των αξιών, των ιεραρχήσεων, των ταχυτήτων μας, μια επανατοποθέτηση στη ζωή.

Σε συλλογικό-κοινωνικό επίπεδο μια άλλη νοηματοδότηση στις έννοιες της ενσυναίσθησης, της συμπερίληψης του άλλου, της αλληλεγγύης και της φιλαλληλίας, της κοινωνικής αλλά και πολιτειακής ευθύνης. Έτσι μόνο μπορούν να προκύψουν νέες ανθρώπινες αξίες, κοινωνικά υποστηρικτικά δίκτυα, ουσιαστικές κοινωνικές πολιτικές.

Σε συστημικό επίπεδο νέες υπηρεσίες υγείας και ψυχικής υγείας, προσιτές υπηρεσίες στην κοινότητα με αυθεντικά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, νέες πλατφόρμες τηλε-υγείας και γραμμές τηλεφωνικής ψυχολογικής υποστήριξης, δομές και πολιτικές με βλέμμα προς το μέλλον.

 Μαρίνα Οικονόμου – Λαλιώτη είναι Καθηγήτρια Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Πηγή: διαΝΕΟσις